Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Τίτλοι για διηγήματα που δεν θα γραφτούν ποτέ # 2

Η Λαίδη Λήθη
Ο μέσα μου θόρυβος
Ελεγεία του λαμόγιου
Όσα δεν ξέρουν οι φίλοι μου για μένα
Σκίγουρος (ο σκίουρος που δεν έχει καμιά αμφιβολία)
Η αισθητική της απόγνωσης
Ιφιγένεια εν κοψίδι
Το ταλαντούχο ανθρωπάκι
Ο διακριτικός δεινόσαυρος
Το βιβλίο των δακρύων
Απομνημονεύματα ενός καθρέφτη
Περί πτήσεων και πτώσεων
Αλκυονίδες νύχτες
Η λέσχη της μοχθηρίας

Ο χορτοφάγος λύκος

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 30 (και τελευταία)

Έβαζε μουσική για να χορεύουν οι κοπέλες – αλλά τον ένοιαζε μόνο εκείνη που δεν χόρευε ποτέ της. Την έβλεπε κάθε Παρασκευή βράδυ να μπαίνει στο μαγαζί, γύρω στις έντεκα το βράδυ, να κάθεται σε μια γωνιά και να πίνει απλώς το ποτό της, χωρίς να κάνει τίποτε άλλο, πάντα κομψή αλλά και πάντα μελαγχολική και μόνη. Ώσπου, μια φορά, η κοπέλα – που ο ντιτζέι είχε μάθει από τον μπάρμαν πως την έλεγαν Ρίτα – έμεινε στο μπαρ μέχρι τα ξημερώματα του Σαββάτου. Ο ντιτζέι συνήθιζε στο κλείσιμο να βάζει κάποιο πιανιστικό κομμάτι κλασσικής μουσικής – κάτι από τις παραλλαγές Γκόλντμπεργκ ή κάποια σονάτα του Μπετόβεν ή κάτι τέτοιο. Εκείνο το ξημέρωμα, έβαλε –κάπως αταίριαστα – ένα νυχτερινό του Σοπέν. Δεν περίμενε καμιά άλλη αντίδραση από τους ακροατές του πέρα από μελαγχολικά βλέμματα. Κι όμως – ω! του θαύματος! – λίγα μέτρα μετά την έναρξη του έργου, η Ρίτα σηκώθηκε όρθια – περήφανη, αγέρωχη, τέλεια – και χόρεψε έναν παράξενο χορό μόνη της, σαν να μην υπήρχε κανένας άλλος στην αίθουσα παρά εκείνη και ο φανταστικός της εραστής. Με το πέρας του κομματιού, σηκώθηκε κι έφυγε, χωρίς καν να πληρώσει.
Ήταν ένα αναπάντεχο, τελειωτικό χτύπημα για τον νεαρό ντιτζέι. Μετά από αυτό, δεν μπορούσε να περιμένει τίποτα καλύτερο από την τέχνη του. Δεν ήταν δυνατό να βιώσει πιο δυνατή συγκίνηση από αυτή. Δεν ξανάπαιξε σε μαγαζί, δεν ξανάβαλε δίσκους σε κάποιο μπαρ. Έπιασε μια κανονική δουλειά, κι άκουγε μουσική μόνο στο σπίτι του. Τις σπάνιες φορές που έβαζε να ακούσει Σοπέν, θυμόταν αυτήν την τέλεια μορφή απέναντί του, να χορεύει σαν άγγελος και σαν δαίμονας μαζί, σαν λευκή νύφη και σαν σκοτεινή μαινάδα, σαν άκακο κορίτσι και σαν την πιο επικίνδυνη γυναίκα. Ήταν η πιο συγκλονιστική ανάμνησή του. 

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 29

Η Βάκχη. Έτσι χαρακτήριζε τον εαυτό της η Ρίτα. Αλλά ερωτεύτηκε τον πιο καθωσπρέπει άντρα, ένα συνεσταλμένο βιολιστή, έστω κι αν αυτό συνέβη για το βακχικό στοιχείο της μουσικής του, ένα σχεδόν ροκ εν ρολ τρόπο να προσεγγίζει το βιολί. Αυτός από την πλευρά του, την είχε ερωτευτεί γιατί ήταν όλα αυτά που δεν ήταν εκείνος και, συνάμα, όλα αυτά που προσπαθούσε να πει, κάθε φορά που έπιανε στο χέρι του το βιολί και το δοξάρι. Μα όταν είπανε να ζήσουνε μαζί, δεν υπήρχε σωτηρία. Δεν άντεχε τη σταθερότητά του, δεν άντεχε την αστάθειά της. Βέβαια, όταν τα κορμιά τους ενώνονταν, ήταν ο Διόνυσος και η Μαινάδα, μεθυσμένοι από το κρασί του έρωτα και της μουσικής.
Δεν μπόρεσαν να αντέξουν για πολύ. Μα θα θυμόντουσαν για πάντα αυτές τις στιγμές έκστασης και γαλήνης που είχαν νιώσει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Εκείνος, λίγο περισσότερο από ό,τι εκείνη. Όταν, λοιπόν, συνέθεσε την πρώτη του συμφωνία, την Baccha Lacrimosa, την αφιέρωσε στη Ρίτα, ελπίζοντας πως θα την συγκινούσε αρκετά ώστε να πειστεί να επιστρέψει κοντά του. Η Ρίτα πήγε στην πρεμιέρα, επίσημη καλεσμένη, ελπίζοντας πως θα άκουγε κάτι που θα της άλλαζε εκ νέου τη ζωή. Άκουσε όλο το έργο με αφοσίωση και έκσταση. Μελαγχόλησε στα λυπητερά κομμάτια, τονώθηκε στα δυναμικά, αλλά αυτό που της έμεινε στο τέλος ήταν μια γεύση πικρή. Έτσι τελείωνε η συμφωνία, σαν μια ωδή στην απογοήτευση. Ήθελε να φύγει αμέσως, αλλά εκείνος την πρόλαβε.
-Δεν σου άρεσε;
-Δεν είναι αυτό…
Τους διέκοψαν οι θαυμαστές του, που είχαν έρθει να του δώσουν συγχαρητήρια. Η Ρίτα χάθηκε στο πλήθος. Σκέφτηκε πως ήταν καλύτερα έτσι.
Μα, επιστρέφοντας στο σπίτι της, στο σπίτι που είχε κάποτε μοιραστεί μαζί του, τον βρήκε και πάλι εκεί, να την περιμένει με το σμόκιν του και το βιολί του.
Κάνανε έρωτα, μα το επόμενο πρωί άρχισε και πάλι ο πόλεμος.
-Εσύ δεν ήθελες να με ξανακερδίσεις; του είπε τελικά.
-Ναι, της απάντησε.
-Για αυτό δεν έγραψες όλα αυτά τα κομμάτια;
-Ναι.
-Και τώρα τι κάνουμε;
-Μένουμε μαζί, για χάρη της μουσικής.
Τον κοίταξε για λίγο σιωπηλή.
-Ή χωρίζουμε, για τον ίδιο ακριβώς λόγο.

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 28

Δεν υπάρχει πιο άκυρη ερώτηση από το να μπει κάποιος σε δισκάδικο και να ρωτήσει «Έχετε τίποτα από Μπιτλς;» Εκτός κι αν την ερώτηση την ξεστομίσει μια ωραία γυναίκα.
-Με λένε Ρίτα και ψάχνω ένα τραγούδι τους που έχει τίτλο το όνομά μου.
-Φυσικά, της απάντησε, το Lovely Rita Meter Maid.
Έψαξε και της βρήκε το δίσκο.
-Ευχαριστώ, του είπε κι έβγαλε το πορτοφόλι της να πληρώσει.
-Κερασμένο, της είπε.
-Γιατί; ρώτησε εκείνη, κάπως σαστισμένη.
-Γιατί μου έφτιαξες τη μέρα.
-Με ένα τραγούδι;
-Με ένα χαμόγελο.
-Κι αν δεν με ξαναδείς;
-Θα ακούω το τραγούδι.
-Τώρα πρέπει να θυμάμαι κι εγώ εσένα, όποτε ακούω το τραγούδι.
-Τόσο κακό είναι;   
-Όχι απαραίτητα. Αλλά πώς θα ξέρω αν αξίζεις την ανάμνηση;
-Θα πρέπει να το ανακαλύψεις.
-Πώς;
-Αν ξανάρθεις εδώ, θα σε περιμένουν τα πιο ωραία τραγούδια της ζωής σου.
Την είχε κιόλας πείσει.

Ρίτα # 27

Είχε αρχίσει να συμβιβάζεται με την ιδέα πως δεν θα έβγαινε ούτε αυτό το Σαββατόβραδο. Πάλι κατεβασμένες σειρές από το ίντερνετ και ό,τι είχε μείνει από τα φαγητά που του είχε στείλει η μάνα του και καμιά μπύρα από το περίπτερο. Ας χτυπούσε το τηλέφωνο κι ας μην ήταν Εκείνη! Μετά το φαΐ, του ήρθε τελικά η όρεξη για μπύρα. Έβαλε το μπουφάν του και βγήκε στον δρόμο. Αλλά το περίπτερο ήταν κλειστό. Καμία πρόνοια για τα μπακούρια που μένουν σπίτι το Σαββατόβραδο. Τώρα έπρεπε να περπατήσει ως την Αραχώβης, για να πάει στο ψιλικατζίδικο. Εκεί ήταν που την είδε, να προσπαθεί να επιλέξει ανάμεσα στα τυποποιημένα κρουασάν. Η κοπέλα μονολογούσε, καθώς άφηνε το ένα πακέτο και έπιανε το άλλο. Κάποια στιγμή γύρισε και τον κοίταξε, με βλέμμα μπερδεμένο. Ο φίλος μας το εξέλαβε σαν έκκληση βοηθείας και προθυμοποιήθηκε να της δείξει τον σωστό δρόμο.
-Πάρε αυτά, της είπε και της έδωσε ένα πακέτο με πολλά κρουασανάκια, που πάντα του φαίνονταν και εύγεστα και χορταστικά.
-Σε ευχαριστώ, του είπε. Με έβγαλες από χοντρό δίλημμα.
-Τίποτα.
-Εσύ, βλέπω, πήρες μπύρα.
-Ναι.
-Παγκάκι με παρέα;
-Όχι, σπιτάκι με σειρές.
-Σειρές από τον στρατό;
-Όχι, σειρές από το ίντερνετ.
-Κρίμα, γιατί ξέρω ένα ωραίο παγκάκι.
-Και το παγκάκι, δεν με χαλάει.
-Πληρώνουμε και φεύγουμε;
-Πληρώνουμε και φεύγουμε.

Πέρασαν δύο ώρες μαζί, στο παγκάκι του πεζόδρομου, εκεί κοντά. Στο σπίτι του χτύπαγε το τηλέφωνο, αλλά εκείνος δεν το άκουγε. Ήταν η Ρίτα, που είχε θυμηθεί, μετά από έξι μήνες γνωριμίας και τέσσερις απανωτές χυλόπιτες, να τον πάρει τηλέφωνο. Εκείνος δεν το ήξερε και προς το παρόν δεν τον ένοιαζε κιόλας.

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 26

Τουλάχιστον ήταν μόνη της στο Λονδίνο. Ένοιωθε σαν ηρωίδα σε τραγούδι των Pulp. Ναι, ήταν τόσο ποιητικά μόνη της. Μόνο που της έλειπε ένας Τζάρβις. Ο μόνος που είχε ήταν ο παιδικός της φίλος, που έγραφε ποιήματα και που είχε έρθει κι αυτός πρόσφατα στην αγγλική πρωτεύουσα. Ήταν καψούρης μαζί της, αλλά ήταν ένα απλώς παιδάκι, κι άλλωστε, δεν μπορούσε να καταλάβει τι πήγαινε να πει μοναξιά, τι πήγαινε να πει κατάθλιψη. 
-Άσε, ρε συ, είμαι τόσο down.
-Όχι, δεν είσαι.
-Ναι, είμαι. Εσύ που το ξέρεις ότι δεν είμαι;
-Ρίτα, το ξέρω. Δεν έχεις κανένα από τα συμπτώματα και, κυρίως, δεν έχεις καμία από τις συνέπειες. Θες να βγούμε;
Βγήκανε. Περάσανε καλά, μέχρι που κάποια στιγμή, εκείνος μελαγχόλησε.
-Τι σου συμβαίνει;
-Σε αντίθεση με σένα, που νομίζεις πως έχεις κατάθλιψη, εγώ έχω όντως.
Της έδειξε τη συνταγή του γιατρού.
-Και τώρα τι κάνουμε;
-Θα παίρνω φάρμακα.
-Για αυτό δεν ήπιες όλο το βράδυ;

Εκείνος ένευσε καταφατικά. Τον αγκάλιασε. Χωρίστηκαν μετά από λίγο. Μα όταν η Ρίτα γύρισε σπίτι της, ένοιωθε ήδη ερωτευμένη μαζί του, με έναν τρόπο που δεν περίμενε ποτέ πως θα συμβεί, μόνο και μόνο επειδή εκείνος έπασχε από κάτι που εκείνη ονειρευόταν όλη την ενήλικη ζωή της. Και τώρα, πώς θα του το έλεγε;

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 25

-Τι μπορεί να θες πια από μένα; αναρωτήθηκε, μόλις είδε τον αριθμό της Ρίτας στην οθόνη του κινητού του. Η ώρα ήταν τρεις τα ξημερώματα κι οι δυο τους είχαν να μιλήσουν κοντά στα τέσσερα χρόνια.
-Σε παρακαλώ. Χρειάζομαι τη βοήθειά σου, του είπε. Την είχαν παρατήσει μόνη σε μια ερημιά. Πήρε το αμάξι του και πήγε να τη βρει. Την είδε να κόβει βόλτες ανήσυχη, στην άκρη του δρόμου. Σταμάτησε και της φώναξε.
-Έλα μέσα, τι περιμένεις;
-Περίμενε λίγο, του είπε.
Ξαφνικά, άκουσε την άλλη πόρτα να ανοίγει και ένα πιστόλι στον κρόταφό του. Τον ανάγκασαν να βγει από το αμάξι, αφού πρώτα τους είχε δώσει όλα του τα λεφτά. Τον άφησαν εκεί, στην ερημιά, και πήραν μαζί τους τη Ρίτα. Ο φίλος μας δεν ήξερε τι να πει.
Κατέθεσε μήνυση. Δεν περίμενε να τους βρουν, κι όμως, τους βρήκαν. Οι αστυνομικοί του έκαναν λόγο για μια σπείρα. Είχαν συλλάβει τους άντρες που την αποτελούσαν, αλλά όχι την αρχηγό, μια γυναίκα με το κωδικό όνομα Ρίτα. Σε κάθε περίπτωση, θα τον ενημέρωναν.
Γύρισε σπίτι του και την βρήκε εκεί, να τον περιμένει.
-Σε παρακαλώ, χρειάζομαι τη βοήθειά σου, του είπε.
-Θυμάσαι τι συνέβη την τελευταία φορά που μου το είπες αυτό;
-Τώρα είναι διαφορετικά. Σε παρακαλώ. Έχω μετανιώσει.
Κι όμως, τον έπεισε. Της άνοιξε την πόρτα και την άφησε να περάσει. Όταν τον πλησίασε και του έβγαλε το παλτό κι έπειτα το πουλόβερ και ούτω καθεξής, εκείνος της το επέτρεψε, συγχυσμένος και ακόμα ερωτευμένος.
Έμειναν μαζί για μερικούς μήνες. Η αστυνομία συνέχιζε να την ψάχνει, εκείνος συνέχισε να την κρύβει. Μέχρι που άρχισαν να τον υποψιάζονται. Κάτι έπρεπε να γίνει. Εκείνος ήθελε να παραδοθεί από μόνος του, ούτως ώστε να τους αποπροσανατολίσει και να τη γλυτώσει η Ρίτα. Εκείνη, όμως, ούτε να το ακούσει.
Τελικά, ένα πρωινό ο φίλος μας ξύπνησε και δεν βρήκε την ερωμένη του εκεί. Ανοίγοντας ραδιόφωνο στη δουλειά, άκουσε πως είχε παραδοθεί η αρχηγός της μεγαλύτερης σπείρας ληστών, μετά από μήνες καταδίωξης. Δεν ήθελε να το πιστέψει. Κι άλλωστε, ένοιωθε πως της χρωστούσε χάρη.
Άρχισε να την επισκέπτεται συχνά στη φυλακή. Ένοιωθαν κι οι δύο μια ζεστασιά, αντικρύζοντας ο ένας τον άλλον. Η Ρίτα ζούσε μόνο για τη στιγμή που θα την επισκεπτόταν εκείνος, εκείνος μόνο για τη στιγμή που θα την αντίκρυζε, έστω πίσω από τα κάγκελα του επισκεπτηρίου. Δεν τον ένοιαζε που είχε ερωτευτεί μια εγκληματία, δεν την ένοιαζε που είχε ερωτευτεί έναν φυσιολογικό άνθρωπο.
Παντρεύτηκαν μετά από μερικούς μήνες στο παρεκκλήσι των φυλακών. Όταν η Ρίτα επιτέλους βγήκε, έβαλαν μπροστά καινούρια σπείρα. Μόνο που έπρεπε να περιμένουν εννιά μήνες για να τους παραδοθεί το τρίτο μέλος. 

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 24

Προς: Ritaritaki@maili.net
Θέμα: Διάβασέ το, σε παρακαλώ

Ρίτα,

Είναι πολλές οι φορές που έχω ξεκινήσει να γράφω αυτό το μήνυμα, αλλά πάντα το σβήνω, φοβούμενος πως είτε θα τρομάξεις, είτε θα γελάσεις είτε θα αδιαφορήσεις. Ωστόσο, φαντάζομαι πως έχεις καταλάβει κάποια πράματα ήδη από την αρχή της γνωριμίας μας. Εγώ δεν μπήκα στην παλιά μας εταιρεία, με τον σκοπό να κάνω οτιδήποτε άλλο από το να φροντίσω την επαγγελματική μου ανέλιξη. Όσο, όμως, κι αν απόλαυσα όλα αυτά που έμαθα κι αυτά που έκανα, και τα ταξίδια που έκανα, και τους ανθρώπους που γνώρισα και τα μπόνους που πήρα, η πιο ευχάριστη ανάμνησή μου ήταν να γυρίζω το βράδυ με το λεωφορείο. Υπήρχε, βλέπεις, μια κοπέλα στην εταιρεία, που την έβλεπα σαν μια από τις πιο όμορφες που είχα γνωρίσει στη ζωή μου. Όσο περισσότερο τη γνώριζα, όσο περισσότερο την παρατηρούσα, τόσο πιο πολύ τη θαύμαζα. Αυτή η κοπέλα έδειχνε να τα έχει όλα: ήταν πανέμορφη, γοητευτική, ενδιαφέρουσα, ταλαντούχα, έξυπνη, με αυτοπεποίθηση, με μόρφωση και καλλιέργεια. Με αυτήν την κοπέλα γύριζα κάθε βράδυ με το λεωφορείο και δεν ήταν δύσκολο να την ερωτευτώ. Είχε μια υπέροχη φωνή και ό,τι και αν έλεγε, μου ακουγόταν σαν το πιο όμορφο πράμα που μπορούσε να ειπωθεί. Με τα χρόνια συνέβησαν πολλά, ήρθα κοντά με άλλες κοπέλες (ακόμα και από την εταιρεία), αλλά από το μυαλό μου δεν είχα ξεπεράσει εκατό τοις εκατό αυτήν την κοπέλα. Μετά, με απέλυσαν (για τη γνωστή ιστορία). Δεν με ένοιαζε αυτό, βρήκα αλλού δουλειά. Δεν μπορούσα, όμως, να αγνοήσω το πόσο όμορφη ήταν εκείνη η κοπέλα, το πόσο με είχε εντυπωσιάσει. Κι άλλωστε, μάθαινα ακόμα νέα της μέσα από το φβ (αν και το είχα παράπονο που εκείνη δεν με ακολουθούσε), κι αυτό ήταν ένας ακόμα λόγος να μην μπορέσω να απαγκιστρωθώ. Μέσα μου μαζεύονταν πολλά, πολλή αγάπη, πολύς θαυμασμός, πολύς σεβασμός, πολλή νοσταλγία. Όταν την είδα ξανά σε εκείνο το πάρτυ, μου κόπηκαν τα πόδια. Ήταν τόσο όμορφη, τόσο εντυπωσιακή, με το μακρύ γαλάζιο φόρεμά της, και τα υπέροχα μαλλιά της με τις αφέλειες και εκείνα τα τόσο όμορφα δάχτυλα, που τα έφερνε συχνά στις αφέλειές τις, προκειμένου να τις στρώσει. Ήθελα να σου πω τόσα πολλά εκείνη τη στιγμή, αλλά συγκρατήθηκα, δεν ξέρω γιατί. Ίσως, όπως σου είπα πριν, γιατί φοβόμουν ότι θα τρόμαζες, ότι θα ένοιωθες ότι σε είχα φέρει σε δύσκολη θέση. Έπρεπε να έχω μιλήσει, όμως. Μιλάω τώρα και σου λέω πως σε βρίσκω υπέροχη, πως σε θαυμάζω και πως ελπίζω να δείξεις κατανόηση.    

Θέμα: wtf!!!!!11!!!


Είσαι τρελός; Τώρα το θυμήθηκες; Μετά από τόσα χρόνια είσαι ακόμα καψούρης; Πας καλά; Unfriend και block. Τώρα! Άντε από κει

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 23

Ρίτα # 23

Όταν ο τύπος που ήθελε να φέρεται σαν σκύλος, συνάντησε τη Ρίτα, τη γυναίκα που ήθελε να φέρεται σαν γάτα, ο κόσμος ξεκίνησε από την αρχή. 

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Ο θάνατος του Μότσαρτ

Με αφορμή τη χθεσινή επέτειο του θανάτου του Μότσαρτ, ένα απόσπασμα από ανέκδοτο (λογοτεχνικό) κείμενό μου, στο οποίο «κάνει την εμφάνισή» του ο μεγαλειώδης αυτός μουσουργός. Το απόσπασμα δεν διεκδικεί μουσικολογικές δάφνες (δεν διεκδικεί καν δάφνες λογικής σκέψης), καθώς απεικονίζει τις απόψεις ενός επινοημένου και όχι ακριβώς ισορροπημένου προσώπου.


 Η φωνή του ήταν καλή, αλλά απλώς καλή. Είχε μια συνηθισμένη τεσιτούρα και ένα ψεύτικο, υπερβολικά θεατρικό τρόπο για να προσδίδει πάθος στις ερμηνείες του. Με ικανοποιούσε, όμως, το ρεπερτόριό του. Προερχόταν κυρίως από όπερες του Μότσαρτ, που τότε –όπως και τώρα- μού φάνταζαν ως τα πιο κομψά και ευφυή μελοδράματα που γράφτηκαν ποτέ. Ήταν μια απόλαυση για μένα να ανακαλύπτω αυτές τις άριες. Ο Μότσαρτ μού φαινόταν πλέον ο πιο σημαντικός άνθρωπος που είχε υπάρξει ποτέ, το μουσικό του μεγαλείο αποτέλεσμα όχι ταλέντου αλλά της υπέρμετρης ευφυΐας του. Θεωρούσα, προφανώς εσφαλμένα, πως είχε καταφέρει να συλλάβει τέτοιους συνδυασμούς νοτών και συγχορδιών, χάρις όχι στην εγγενή του μουσικότητα, αλλά σε μια οξυδέρκεια που έλειπε από οποιονδήποτε άλλον είχε περάσει ποτέ από αυτόν το δύσμοιρο πλανήτη, του Μπαχ συμπεριλαμβανομένου. Δε συνέθετε. Ανακάλυπτε απλώς συνδυασμούς που υπήρχαν από πριν. Ήξερε πού να ψάξει ή ίσως κάποιο απόκοσμο ον τού ψιθύριζε το μυστικό στ’ αυτί. Οι μελωδίες του ήταν πάντα τόσο έξυπνες, τόσο ευκίνητες, τόσο αιθεροβάμονες, υπερίπταντο του ακροατή και του μουσικού και κανείς δεν μπορούσε ποτέ να τις γραπώσει και να τις φέρει κάτω στη γη. Οι όπερές του ήταν αντιπροσωπευτικές αυτής της αιθεριότητας. Μετά τη συνάντηση με τον Ευθύμη, έτρεξα στο κοντινότερο δισκάδικο και αγόρασα τους Γάμους του Φίγκαρο και τον Μαγεμένο Αυλό και τους άκουσα ξανά και ξανά. Ήταν οι μόνοι δίσκοι που έπαιζαν στο πικάπ μου για τον επόμενο μήνα, προς εκνευρισμό των γονιών μου και της Χριστίνας.


(από το Μελόδραμα)



Ρίτα # 22

Ήρθα να πάρω κάποια πράματα και θα φύγω. Έτσι θα της πω, μόλις την αντικρύσω. Δεν είναι, όμως, αυτό που θέλω. Αυτό που θέλω είναι να μείνω εκεί. Ναι, θα μπαστακωθώ στο σπίτι της. Καθιστική διαμαρτυρία, μέχρι να με δεχτεί πίσω. Στο διαμέρισμά μας – το διαμέρισμά της, πλέον. Ή έξω, στον δρόμο. Να με βλέπουν οι περαστικοί και να μου κάνουν συμπαράσταση. Ίσως να μείνω για πάντα εκεί. Να γίνω μια ανθρώπινη εγκατάσταση. Ναι, έτσι θα γίνει. Θα γίνω γνωστός σε όλον τον κόσμο. Θα έρχονται και θα μου παίρνουν συνεντεύξεις. Θα έρχονται από όλον τον κόσμο να με δουν. Και μετά… ποιος ξέρει τι θα ακολουθήσει! Θα περιμένουν να δουν τι θα κάνω στη συνέχεια. Κι εγώ δεν θα τους απογοητεύσω. Θα παρουσιάσω ένα καινούριο έργο τέχνης, ακόμα πιο σπουδαίο, ακόμα πιο εντυπωσιακό, ακόμα πιο ανθρώπινο. Κι αυτό θα με κάνει ακόμα πιο γνωστό – θα με κάνει διάσημο. Θα ταξιδέψω σε όλον τον κόσμο, κάνοντας εκθέσεις, γνωρίζοντας κόσμο, ωραίες γυναίκες, πίνοντας τις ακριβότερες σαμπάνιες. Σύντομα, το Χόλυγουντ θα μου χτυπήσει την πόρτα. Θα μου προτείνουν να γυρίσω ταινίες, διαλέγοντας τις πιο ωραίες πρωταγωνίστριες. Η Ρίτα θα σκάσει από το κακό της. Θα μετανιώσει, αλλά θα είναι πια αργά. Δεν θα μπορεί να έρθει πια σε επαφή μαζί μου. Θα είμαι υπερβολικά διάσημος για να μπορέσει να έρθει σε επαφή μαζί μου μια κοινή θνητή.

Ωχ, αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Όχι, όχι, άμα είναι έτσι δεν αξίζει τον κόπο. Άμα είναι να μην μπορώ να μιλήσω με τη Ρίτα, δεν τη θέλω τη διασημότητα. Καλύτερα να κάτσω σπίτι μου, να πνίξω τον πόνο μου στο ουίσκυ.

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 21

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ πρωταγωνίστριας και Μούσας; Η πρώτη σου είναι απαραίτητη συνήθως μόνο για μια ταινία, για μια ταινία που έχεις ήδη οραματιστεί, κι έπειτα δεν σε νοιάζει αν δεν την αντικρύσεις ξανά. Η Μούσα, όμως, γίνεται γρήγορα το πιο σημαντικό συστατικό όχι απλώς της τέχνης σου αλλά και της ίδιας σου της ζωής. Γύρω της χτίζεις τα πάντα.
Έτσι ένοιωθε για τη Ρίτα ο σκηνοθέτης του «Αν βρέξει απόψε…»  Και την ήξερε μόλις πέντε λεπτά. Μα αυτό το βλέμμα της, και η φωνή της και η (κάθε άλλο παρά δήθεν) ποιητικότητα των κινήσεών της, τον είχαν συγκινήσει σε τέτοιο σημείο, που να θέλει να αποσυρθεί κάπου μόνος του και να της γράψει μιαν ελεγεία.
Γύρισαν μαζί πέντε ταινίες. Έγιναν κι οι δύο ξακουστοί, αλλά κυρίως εκείνη: την πολιορκούσαν οι μεγαλύτεροι γόηδες και οι πιο φημισμένοι σκηνοθέτες. Τελικά έφυγε από την Ελλάδα και ξεκίνησε καριέρα έξω. Αυτός απόμεινε εδώ, σεβαστός, βέβαια, αλλά όχι τόσο περιζήτητος, να κάνει τις αξιόλογες ταινίες του και παράλληλα να την ονειρεύεται από μακριά, να την παρακολουθεί να κάνει αρραβώνες και γάμους και σχέσεις με άντρες πιο όμορφους και πιο πλούσιους από εκείνον.
Κάποια στιγμή, ενώ εκείνη ανέβαινε όλο και πιο ψηλά, εκείνος έπιασε πάτο. Δεν ήξερε πώς να ορθοποδήσει. Το μόνο που του ήρθε στο μυαλό ήταν να ζητήσει τη βοήθειά της.
Κι εκείνη του την πρόσφερε.
-Γιατί, όμως, δέχτηκες; τη ρώτησε μια μέρα, την ώρα που ο διευθυντής φωτογραφίας ετοίμαζε το επόμενο πλάνο.
-Τι θες να πεις; έκανε εκείνη.
-Σε ζητάνε από παντού, σου προσφέρουν εκατομμύρια, κι εσύ αποφάσισες να επιστρέψεις στην Ελλάδα, για να γυρίσεις μια ταινία με έναν ξοφλημένο.
-Δεν είσαι ξοφλημένος. Κι άλλωστε, σου χρωστάω τόσα πολλά.
-Α, ρε Ρίτα, για αυτό σε αγαπάω.
Του ξέφυγε. Προσπάθησε να το πάρει πίσω. Εκείνη προσπάθησε να κρύψει το γέλιο της.
Τελικά, ο διευθυντής φωτογραφίας τους ανακοίνωσε πως ήταν έτοιμος. Έλαβαν και οι δύο τις θέσεις τους, εκείνη μπροστά κι ο σκηνοθέτης πίσω από την κάμερα.
Εκεί, όμως, που η μακιγιέζ έκανε ένα φρεσκάρισμα στο βάψιμο της Ρίτας, κάτι αναπάντεχο συνέβη. Η ντίβα ζήτησε συγγνώμη από την κοπέλα που την έβαφε και άρχιζε να βαδίζει προς την κάμερα. Την προσπέρασε και έφτασε στην καρέκλα όπου καθόταν ο σκηνοθέτης. Έσκυψε και τον φίλησε πεταχτά στο στόμα.
-Για αυτό δέχτηκα, του είπε.
Έπειτα επέστρεψε στην θέση της μπροστά από την κάμερα.
I̕ m ready for my close up, Mr. DeMille.       

Πόσο χρόνο είχαν χάσει. Μα τώρα μπορούσαν να τον βρουν από την αρχή.

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 20

Τη γνώρισα σαν σήμερα, 5 Δεκεμβρίου, πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ένα βροχερό βράδυ του 1998, λίγο προτού το ρολόι να σημάνει δώδεκα τα μεσάνυχτα. Είχαμε πάει με την παρέα μου στους Puressence (τότε δεν μας φαίνονταν τόσο γραφικοί) και, μετά τη συναυλία, κατηφορίσαμε προς το Mad, στη Συγγρού και την βρήκαμε εκεί, παρέα με την κολλητή της. Εγώ και η Ρίτα είχαμε ρίξει καναδυό ματιές ο ένας στον άλλον μερικές εβδομάδες πριν, στη Φιλοσοφική, καθώς διασταυρωνόμασταν στους διαδρόμους και στις σκάλες. Νόμιζα πως ενδιαφερόταν για μένα, από τον τρόπο που με κοίταζε και εκείνο το βράδυ που γνωριστήκαμε μου πρόσφερε ακόμα μια ένδειξη αυτής της προτίμησης. Καθώς αποχαιρετιόμασταν, με πήρε απόμερα και μου είπε:
-Χάρηκα που ήρθες και μου μίλησες. Ήθελα πολύ να σε γνωρίσω.
Αρχίσαμε να κάνουμε παρέα από την επόμενη Δευτέρα που ξαναειδωθήκαμε στην Πανεπιστημιούπολη, και για τον επόμενο μήνα ήμασταν κολλητοί. Τελικά, λίγο αφότου είχε μπει το 1999, της πέταξα το παραμύθι. Ότι μου άρεσε, ότι ήταν η πιο σπουδαία κοπέλα που είχα γνωρίσει στη δεκαεννιάχρονη ζωή μου. Μου απάντησε με ένα στίχο των Spiritualized:
-I think I̕ m in love, probably just hungry.
Μου την έλεγε κι από πάνω, δηλαδή, ότι ήμουνα λιγούρι και στερημένος. Η κατακλείδα ήταν, πάντως, πως δεν έπρεπε να κάνουμε περαιτέρω παρέα, γιατί δεν θα μου έκανε καλό να συναναστρέφομαι μια κοπέλα που δεν θα μπορούσα ποτέ και με κανέναν τρόπο να κάνω δική μου. Ίσως να κοίταζε όντως το καλό μου, ίσως απλά να υπερδραματοποιούσε τα πράματα, όπως συνήθιζε να κάνει καθ̕  όλη τη διάρκεια εκείνου του πρώτου μήνα της γνωριμίας μας, αλλά, όπως και να είχε, εγώ δεν μπόρεσα να τη βγάλω από το μυαλό μου για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Την ξέχασα στον στρατό, όταν, φαντάρος στη Λήμνο, γνώρισα σε μια από τις εξόδους τη Βούλα. Μετά, επιστρέφοντας στην Αθήνα, ακολούθησε μια σειρά από άλλες ερωμένες, καμιά από τις οποίες ισάξια της Ρίτας. Μα δεν με απασχολούσε τόσο πολύ. Είχα να ασχοληθώ με τη ζωή μου. 
Μα, από τον περασμένο Οκτώβριο και μετά, όλα μπερδεύτηκαν ξανά από την αρχή. Εκεί που την είχα χάσει, εκεί που δεν είχα μάθει νέα της εδώ και εφτά-οχτώ χρόνια, άρχισα να τη βλέπω όλο και πιο συχνά στο αγαπημένο μου μπαρ, τον Ίππο της Ιπποκράτους. Ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Εμένα, τον μεγαλύτερο θαυμαστή της. Εμένα το μεγαλύτερο χαράμι της.  
Πήγα και της μίλησα.
-Με θυμάσαι;

Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο ελεύθερος ένοιωσα, όταν μου είπε όχι.

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 19

Κάποτε ντρεπόταν εκείνη να τη βλέπουν μαζί του. Τώρα ντρεπόταν εκείνος. Κι όμως,  υπήρχε ακόμα κάπου μέσα της, κάπου πάνω της, η παλιά Ρίτα. Κι υπήρχε ακόμα κάπου μέσα του ο παλιός εαυτός του. Ήθελε και τώρα να τη δει από κοντά, όπως ήθελε πάντα. Την πλησίασε στο τρένο, στη θέση όπου είχε αποκοιμηθεί, προφανώς εξαντλημένη, από τη ζωή γενικά ή από ένα ακόμα άθλιο ξενύχτι. Προσπάθησε να τη ξυπνήσει. Εκείνη δεν χαμπάριαζε. Ο φίλος μας φοβήθηκε μήπως είχε πεθάνει. Τελικά, όμως, η Ρίτα συνήλθε και του έριξε ένα ζαλισμένο, χαμένο βλέμμα.
            -Ποιος είσαι εσύ; τον ρώτησε.
            Της είπε το όνομά του, αλλά μάταια. Δεν ήταν πια σε θέση να τον αναγνωρίσει.
            Α, ρε Ρίτα, πώς κατάντησες έτσι, σκέφτηκε ο φίλος μας. Εσύ, η πιο όμορφη κοπέλα σε όλο το σχολείο. Η πιο όμορφη κοπέλα όλης μου της νιότης. Να σέρνεσαι τελειωμένη, χωρίς σκοπό, χωρίς προορισμό.
            Προσπάθησε να την πείσει να έρθει μαζί του στο σπίτι του. Εκείνη πέρασε την πρότασή του για πέσιμο και του ξεκαθάρισε πως δεν ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο.
            -Πού μένεις; Τι τρως; Πώς την βγάζεις; ήταν οι απελπισμένες ερωτήσεις που της απηύθυνε στη συνέχεια. Καταλάβαινε από τα ρούχα της και την όλη της εμφάνιση πως δεν τα περνούσε καλά στη ζωή της. Αυτή δεν έπαιρνε χαμπάρι. Άρχισε να εκνευρίζεται. Βάλθηκε να του φωνάζει, μπας και ξυπνήσει το ενδιαφέρον των υπόλοιπων επιβατών. Κι όντως έτσι έγινε. Κάποιοι από τους άλλους άντρες θορυβήθηκαν από τις φωνές της, σηκώθηκαν όρθιοι και ήρθαν κοντά τους.
            -Σας ενοχλεί, δεσποινίς; ρώτησε ένας από αυτούς, ψηλός και γεροδεμένος.
            -Ναι, με ενοχλεί, του απάντησε εκείνη.
            Τον άρπαξαν από το γιακά και τον έσπρωξαν στον τοίχο του βαγονιού. Του σφύριξαν δύο φωνήεντα και περίμεναν να σταματήσει το τρένο, για να τον πετάξουν έξω με τις κλωτσιές. Αυτή η βία που ασκούνταν πάνω του εκείνη τη στιγμή, την έκανε να θυμηθεί πως αυτός ο άνθρωπος ήταν ο παιδικός της φίλος, ο παλιός της συμμαθητής, το παιδί που της είχε κάνει πρόταση γάμου όταν οι δυο τους ήταν ακόμα πέντε χρονών, αλλά και ο μαθητής που εισέπραττε όλες τις σφαλιάρες στο γυμνάσιο. Όταν το τρένο σταμάτησε και τον πέταξαν έξω, εκείνη έτρεξε ξοπίσω του.
            -Συγχώρεσέ με, του είπε, όταν τον πρόλαβε.
            Εκείνος δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, ειδικά όταν του έδωσε να καταλάβει πως είχε όντως θυμηθεί ποιος ήταν. Τον έπιασε, μάλιστα, αγκαζέ. Προχώρησαν μαζί ως τον δρόμο κι από εκεί πήραν ταξί για το σπίτι του.
            Φτάνοντας εκεί, της βρήκε καθαρά ρούχα και την άφησε να κάνει μπάνιο. Έβαλε τα παλιά της ρούχα στο πλυντήριο κι έφτιαξε τσάι και για τους δυο τους. Λίγο αργότερα, άκουσε την πόρτα του μπάνιου να ανοίγει. Την είδε να στέκεται απέναντί του καλυμμένη μόνο με την πετσέτα, την οποία, όμως, άφησε να πέσει στο πάτωμα.
            Ο φίλος μας καταλάβαινε τι συνέβαινε, αλλά δεν μπορούσε –και ίσως δεν ήθελε – να το αποτρέψει. Την άφησε να έρθει κοντά του, να του φιλήσει τον λαιμό, να τον αγκαλιάσει με τα υγρά ακόμα χέρια της. Ήταν ένα αιώνιο όνειρο για εκείνον.
            Το πρωί, ο φίλος μας ξύπνησε για να πάει στη δουλειά του. Δεν τη βρήκε στο πλάι του. Σηκώθηκε και έψαξε στο συρτάρι του και στο παντελόνι του, ανακαλύπτοντας τελικά πως έλειπαν χρήματα. Η Ρίτα είχε πια φύγει.
            Την ωραιότερη νύχτα της ζωής του την είχε ακολουθήσει το χειρότερο πρωινό. Δεν τον νοιάζαν τα χρήματα· μα του είχε κλέψει την ελπίδα. 

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 18

Τη μόνη μέρα που δεν τη σκέφτηκε, τον σκέφτηκε εκείνη. Ενώ η μητέρα του βρισκόταν στο νοσοκομείο, δεν είχε χρόνο να απασχολήσει το μυαλό του με οτιδήποτε άλλο εκτός από την υγεία της. Αλλά, εντελώς αναπάντεχα, εκείνη ακριβώς την ημέρα, η Ρίτα τον πήρε τηλέφωνο, μετά από χρόνια, μετά από μια απόλυτη, αποπνικτική σιωπή. «Μια λάθος λέξη και την έβρισα», σκεφτόταν από μέσα του ο φίλος μας, ενώ η Ρίτα του μιλούσε. Η λάθος λέξη ήρθε, και το βρίσιμο την ακολούθησε. Της το έκλεισε, μάλιστα, στα μούτρα. Αμέσως ένοιωσε καλύτερα, σαν να είχε απαλλαγεί από όλο αυτό το άγχος για τη μητέρα του. Αλλά όταν ήρθε ο γιατρός και του είπε πως όλα θα πήγαιναν καλά, το πρώτο πράμα που του ήρθε στο μυαλό, μετά την ανακούφιση, ήταν πως είχε μόλις χάσει μια μεγάλη ευκαιρία με τη Ρίτα. 

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 17

Ακούγοντάς τον να μιλά στο τηλέφωνο για κάμερες και μοντάζ, βλέποντας τη φωτογραφική περασμένη στον λαιμό του, η κοπέλα περίμενε υπομονετικά να το κλείσει και μετά γύρισε και του είπε: «θέλω να με κάνεις σταρ».
            Δεν ήταν το είδος της ατάκας που εκείνος –ή οποιοσδήποτε άλλος – περίμενε να ακούσει από μιαν άγνωστη στο μετρό. Δεν την πήρε στα σοβαρά. Προσπάθησε να την αποφύγει, αλλά εκείνη τον ακολούθησε. Του μίλησε σε μια γλώσσα που του φαινόταν ανοίκεια, γιατί περιείχε λέξεις όπως φήμη και λεφτά και δόξα. Τελικά, όταν είχαν πια βγει από το τρένο και περπατούσαν στην αποβάθρα, η κοπέλα, έχοντας καταλάβει πως ο τύπος δεν πειθόταν με τίποτα, έτρεξε πιο μπροστά από εκείνον. Φωνάζοντας «Είμαι η Ρίτα και είμαι σταρ!», προσπάθησε να κάνει μια πιρουέτα, ώστε να του δείξει πως είχε ευρύ ρεπερτόριο. Προσγειώθηκε ανώμαλα και κατέληξε να πέσει στις ράγες. Κάποιοι παρευρισκόμενοι έτρεξαν να τη σώσουν. Εκείνος την τράβηξε απλώς φωτογραφία, εκεί, πεσμένη.
Σκέφτηκε μέσα του τη λεζάντα: «Πέθανε για τη διασημότητα». Το τρένο ερχόταν πιο κοντά. Μόνο όταν πρόσεξε πόσο όμορφη ήταν μέσα στην σύγχυσή της, σκέφτηκε να βοηθήσει κι εκείνος να σωθεί. Οι άλλοι δεν μπορούσαν. Εκείνος πήδηξε στις ράγες και τη σήκωσε. Την έσπρωξε προς τα πάνω. Το τρένο ερχόταν πιο κοντά. Το τρένο έφτασε.

Έγινε όντως διάσημη μετά από αυτό. Αλλά η θυσία του αγνώστου φωτογράφου έμεινε πάντα από πάνω της σαν μια βαριά σκιά. 

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 16

Έβρεχε καραμπίνες και κάποιος της είχε κλέψει την ομπρέλα. Στεκόταν στην είσοδο της πολυκατοικίας, μη ξέροντας που αλλού να πάει, αφού ο δρόμος ήταν πλημμυρισμένος και από τον ουρανό έπεφταν τόνοι νερό. Κάποια στιγμή, ένας άντρας θέλησε να μπει στο κτίριο.
-Σας έπιασε η βροχή, ε; της είπε, κοντοστέκοντας δίπλα της.
-Ναι, του απάντησε εκείνη, κακόκεφη.
-Ορίστε, πάρτε την ομπρέλα μου.
-Ευχαριστώ, αλλά έτσι κι αλλιώς, με τόσο νερό που ρίχνει, δεν έχω πού να πάω. Φοράω και τακούνια…
-Τότε, μήπως θέλετε να ανέβετε σπίτι μου; Έχω πάρει κάτι εκπληκτικά σοκολατάκια.
-Σοκολατάκια, ε;
-Φάνηκα φλώρος, μάλλον.
-Όχι, όχι. Ευχαρίστως να ανέβω. Εξάλλου, δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω.
Έφτασαν σπίτι του, στον δεύτερο όροφο. Της άνοιξε και την άφησε να περάσει πρώτη. Το διαμέρισμα ήταν διακοσμημένο με γούστο, και φαινόταν ζεστό, ανθρώπινο. Η κοπέλα ένοιωσε αμέσως άνετα, σαν να το ήξερε χρόνια αυτό το σπίτι. Κάθισε στον καναπέ του. Εκείνος της είπε το όνομά του.
-Χάρηκα, του είπε, εμένα με λένε Ρίτα.
Ο άντρας πήγε στην κουζίνα και ετοίμασε τσάι. Επέστρεψε, φέρνοντας μαζί του δύο κούπες και τα περιβόητα σοκολατάκια. Της έβαλε να ακούσει ένα δίσκο του Μάιλς Ντέιβις, κι εκείνη αμέσως ένοιωσε μια απίστευτη ζεστασιά να την τυλίγει.
Μετά το τσάι, ήπιανε ουίσκυ. Μετά το ουίσκυ, χορέψανε. Μετά τον χορό, κάνανε έρωτα. Μετά ήρθε το πρωί.
Ο άντρας ξύπνησε πάνω που η Ρίτα έβαζε τα ρούχα της κι ετοιμαζόταν να φύγει.
-Ρίτα, μην φεύγεις.
-Πρέπει.
-Πότε θα σε ξαναδώ;
-Την επόμενη φορά που θα βρέξει.
Του φάνηκε η πιο χυδαία, η πιο απάνθρωπη ατάκα αποχαιρετισμού. Μετά από αυτό δεν μπήκε σε περαιτέρω κόπο να την μεταπείσει. Την άφησε απλώς να φύγει.
Πέρασε ένας στεγνός μήνας. Εκείνος είχε αποθαρρυνθεί εντελώς. Τα απογεύματα, μετά τη δουλειά, στεκόταν μπρος στο παράθυρο του διαμερίσματός του και κοίταζε έξω, πουθενά συγκεκριμένα. Ένα τέτοιο απόγευμα, πρόσεξε τις πρώτες σταγόνες βροχής που είχαν αρχίσει να πέφτουν. Χαμογέλασε πικρά. Η μπόρα άρχισε να πέφτει με μανία. Εκείνος έβαλε ένα δίσκο του Μάιλς Ντέιβις και βυθίστηκε στον καναπέ του. Όταν χτύπησε το κουδούνι του, δεν είχε καν όρεξη να σηκωθεί να ανοίξει. Όμως, όποιος κι αν βρισκόταν έξω από την πόρτα του, επέμεινε. Ο φίλος μας αναγκάστηκε να σηκωθεί, και τότε την είδε μπροστά του.
-Βρέχει, του είπε.

Ήταν το πιο ευπρόσδεκτο δελτίο καιρού. Ποτέ πριν δεν είχε χαρεί τόσο πολύ που κάποιος του εξέθετε το προφανές.