Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

ΤΙΤΛΟΙ ΓΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΓΡΑΦΤΟΥΝ ΠΟΤΕ # 3

Σπίτι ζητά φάντασμα
Χαρά και παράνοια στην Αμφιάλη
Φίλα με μέχρι δακρύων
Η υποτιθέμενη προσωπική ζωή μου
Λερναία τρόικα
Μόνο διακύβευμα η αγάπη μας
Το πιώμα του καφέ ως υψηλή τέχνη
Εθελοντής ψεμοδότης
Ακραία καρδιά
Υπουργείο Υγείας και Υπόνοιας
Υπουργείο Τύψεων

Η Σπυριδούλα Σπέκουλα και η Σπείρα των Σπασμωδικών

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΤΟ ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

Είχε θόρυβο στο μαγαζί. Είχε κόσμο και γλυκές μυρωδιές και μια αλλόκοτα αιθέρια μουσική, που όμοιά της το κοριτσάκι δεν είχε ξανακούσει. Μπήκε μέσα κάπως ανήσυχο, παρόλο που δεν ήταν η πρώτη φορά που ζητιάνευε, γιατί οι θαμώνες τής φαίνονταν όλοι όμορφοι και ψηλοί και καλοντυμένοι. Είχε μόλις αρχίσει να σουρουπώνει. Πέρασε από διάφορα τραπέζια. Άλλοι αρνήθηκαν και να την κοιτάξουν ακόμα, άλλοι της χαμογέλασαν και της έδωσαν πενταροδεκάρες, άλλοι της πρόσφεραν τα απομεινάρια του γλυκού τους ή το μπισκότο που συνόδευε τον καφέ τους. Τα δέχτηκε όλα, έστω και με μισή καρδιά. Δεν της άρεσε να ζητιανεύει κι ονειρευόταν ήδη την ημέρα που θα ξέφευγε. Κοντοστάθηκε για να μετρήσει τη μέχρι τώρα συγκομιδή της – δεν έφτανε παραπάνω από εκατό δραχμές. Προχώρησε κι άλλο και έφτασε στο βάθος του μαγαζιού, στο σημείο που ήταν πιο απομακρυσμένο από την είσοδο. Εκεί, σε ένα μικρό, στρόγγυλο τραπέζι, καθόταν ένας μεγαλόσωμος άντρας, με πυκνό μούσι και ανήσυχο, διαπεραστικό βλέμμα. Μπροστά του είχε μια αριθμομηχανή, κάμποσες αποδείξεις και τιμολόγια κι ένα μπουκάλι με ουίσκυ. Βλέποντάς την, της χαμογέλασε, αλλά με ένα χαμόγελο που δεν της καλάρεσε. Του άπλωσε το μικρό της χέρι κι εκείνος γέλασε.
            -Λεφτά θέλεις; της είπε.
            Όταν εκείνη ένεψε ναι, ο μεγαλόσωμος άντρας της απάντησε:
            -Δεν έχω λεφτά. Έχω, όμως, κάτι καλύτερο, είπε και γύρισε προς το μπαρ του μαγαζιού.
            Φώναξε κάποιον Τάσο, τον μπάρμαν.
            -Πιάσε ένα σφηνάκι, του είπε.
            Ο Τάσος, που ήταν κι αυτός ψηλός, με αλογοουρά, ήρθε κοντά τους, φέρνοντας μαζί του αυτό που του είχε ζητηθεί. Το απόθεσε στο μικρό τραπέζι και ξαναγύρισε στη δουλειά του, χωρίς να ρωτήσει πώς και γιατί. Ο άντρας με το μούσι πήρε στο χέρι του το κοντό ποτήρι και το γέμισε με ουίσκυ. Το μύρισε ευχαριστημένος κι έπειτα το πρόσφερε στη μικρή.
            Η μικρή δεν ήθελε να το πάρει στα χέρια της. Από την άλλη, όμως, κάτι την τραβούσε σε αυτό το κομμάτι γυαλί με το κοκκινωπό φαρμάκι. Την απωθούσε και ταυτόχρονα την καλούσε κοντά του. Τελικά η φωνή που έλεγε «πάρε με στο χέρι σου» υπερίσχυσε. Το κοριτσάκι πήρε το σφηνάκι στο μικρό της χέρι και, με αποφασιστικότητα που θα ζήλευε ακόμα κι ένας πυροσβέστης μπροστά σε ένα φλεγόμενο κτίριο, το έφερε στο στόμα της και κατάπιε μονομιάς το περιεχόμενό του. Της φάνηκε πικρό και της φάνηκε ωραίο.
            -Σου άρεσε; την ρώτησε ο άντρας με το μούσι.
            -Κι άλλο, του απάντησε η μικρή.
            -Δεν έχει άλλο, της είπε ο άντρας γελώντας. Άντε, πήγαινε τώρα.
            Το κορίτσι έφυγε. Μέχρι να φτάσει στην πόρτα ένοιωθε ήδη να ζαλίζεται. Είχε ξεχάσει και τη ζητιανιά και τα χαστούκια του υποτιθέμενου πατέρα της και την ξυπολυσιά της. Το μόνο που την ένοιαζε πια ήταν να γευτεί ξανά αυτό το θανάσιμο νέκταρ. Η προσφορά του άγνωστου άντρα είχε ξυπνήσει μέσα της ένα τέρας.
            Τον είδε ξανά μετά από χρόνια. Ήταν πια μια όμορφη γυναίκα. Τώρα δεν ζητιάνευε· τώρα οι άντρες της πρόσφεραν τα πάντα, αλλά με ένα πολύ απλό αντάλλαγμα – να τους δοθεί για καμιά ώρα το πολύ. Δεν ήταν η ανάγκη για λεφτά που την είχε κρατήσει κοντά στον άνθρωπο που έλεγε πως ήταν πατέρας της. Δεν ήταν η αγάπη γα αυτόν ή για τα υποτιθέμενα αδέρφια της, τα άλλα θύματά του. Ήταν αυτή η λαχτάρα της για το δηλητήριο που πρώτος εκείνος ο μεγαλόσωμος άντρας της είχε προσφέρει, κι έπειτα η λαχτάρα για άλλα, πιο δυνατά, πιο ληθερά δηλητήρια, που της παρείχε γενναιόδωρα ο ψευτοπατέρας της, ξέροντας πως έτσι θα κοίμιζε εκείνη την άλλη δίψα της, τη δίψα της να φύγει από κοντά του. 
            Τον είδε ξανά μετά από χρόνια. Ή, έστω, είδε κάποιον που του έμοιαζε. Η θέα του της θύμισε όλη τη θλιβερή ζωή της, της θύμισε, όμως, κι εκείνο το παιδικό όνειρο της φυγής. Καθόταν σε ένα μπαρ με έναν πελάτη της. Ενώ η κοπέλα σκεφτόταν πόσο είχε χαραμίσει τη ζωή της, εκείνος άπλωσε – όχι για πρώτη φορά – το χέρι του στον ώμο της. Τίποτα δεν την είχε ποτέ αηδιάσει περισσότερο. Πήρε το ποτό της, και του το έχυσε στη μούρη. Έπειτα, πριν εκείνος προλάβει να αντιδράσει, πετάχτηκε όρθια κι έτρεξε έξω. Βγαίνοντας στο δρόμο, δεν ήξερε πού να πάει. Ήξερε μόνο πως τα τακούνια της την εμπόδιζαν να τρέξει μακριά, μακριά από τον εξοργισμένο πελάτη της, μακριά από τον ψευτοπατέρα της, μακριά από τον άντρα που της είχε προσφέρει το πρώτο της ποτό. Ξυπόλυτη πια, όπως εκείνη την πρώτη μέρα που έβαλε στο στόμα της οινόπνευμα, άρχισε να τρέχει μακριά, χωρίς να ξέρει προς τα πού, αλλά ελεύθερη.  

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

ΔΥΟ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΠΑΛΙΟΤΕΡΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ (pretty self-explanatory)

Δύο παλιότερα κείμενά μου, κριτικές για δύο σπουδαίες, κατά τη γνώμη μου ταινίες, γραμμένα με διαφορετική αφορμή και σε διαφορετικό πλαίσιο το καθένα. Το ένα δεν έχει δημοσιευτεί ποτέ – μου είχε ζητηθεί σαν δείγμα γραφής από γνωστό περιοδικό, όταν ήμουν υποψήφιος για θέση συντάκτη εκεί. Το άλλο το είχα γράψει για ένα μπλογκ που είχα ξεκινήσει παλιότερα, το 2010, αν δεν κάνω λάθος.  

ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΩ - ΠΕΔΡΟ ΑΛΜΟΔΟΒΑΡ

Βρισκόμαστε στο έτος 2012. Ο Ρόμπερτ Λεντγκάρντ, πρώην πλαστικός χειρουργός, προσπαθεί να δημιουργήσει ένα άφθαρτο δέρμα, χρησιμοποιώντας σαν πειραματόζωο μια κοπέλα που κρατά έγκλειστη στην έπαυλή του. Όλα πηγαίνουν καλά, μέχρι που εμφανίζεται ο γιος της έμπιστης οικονόμου του και εισβάλλει στο δωμάτιο όπου κρατείται η κοπέλα.
Όλα είναι εδώ: η εμμονή, η τρέλα, ακόμα και οι τρανσέξουαλ. Κι όμως, δεν έχουμε να κάνουμε με τυπικό Αλμοδόβαρ. Λείπει το σουρεαλιστικό χιούμορ (δεν μου αρέσει η λέξη σουρεάλ, έστω κι αν σημαίνει το ίδιο πράγμα), το στοιχείο του camp και ο μελοδραματισμός. Άντ’ αυτών έχουμε μια πολύ πιο σκληρή, βάρβαρη ιστορία ψύχωσης, εκδίκησης και εν τέλει λύτρωσης (για μερικούς), ειπωμένη με μια ατμοσφαιρική, σφιχτή σκηνοθεσία που δεν αποσπάται ούτε για μια στιγμή από το στόχο της – ο ίδιος ο Αλμοδόβαρ χαρακτηρίζει την ταινία ως την πιο αυστηρή της καριέρας του. Ο ισπανός –που αξίζει τον χαρακτηρισμό του μεγάλου σκηνοθέτη ακόμα κι αν δεν είχε γυρίσει τη συγκεκριμένη ταινία- προσπαθεί –είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα- και τελικά καταφέρνει να ξεπεράσει τον εαυτό του. Εισερχόμενος, απ’ ό,τι φαίνεται, στην περίοδο της ωριμότητάς του, παρουσιάζει μια ταινία τρομακτική στην αρχή, αρρωστημένη στη συνέχεια (ειδικά άμα είσαι άντρας, και θα καταλάβετε τι εννοώ), αλλά συγκινητική στο τέλος, ένα δείγμα σπουδαίου σινεμά. Τον βοηθούν σε αυτό το πρωτογενές υλικό –η ταινία βασίζεται σε μυθιστόρημα του Τιερί Ζονκέ-, ο πρωταγωνιστής του –ένας συγκρατημένος αλλά αποτελεσματικός Αντόνιο Μπαντέρας- και η εξαιρετική μουσική του Αλμπέρτο Ιγκλέσιας. Peliculon, που λένε και στην Ισπανία.


AMOUR, του Michael Haneke

Η υπόθεση της νέας ταινίας του Μίκαελ Χάνεκε δείχνει πολύ απλή – υπερβολικά απλή. Η Αν και ο Ζορζ, ένα ζευγάρι ογδοντάρηδων δασκάλων πιάνου, συνταξιούχων πλέον, ζουν μια ήρεμη ζωή στο διαμέρισμά τους στο Παρίσι. Η ζωή τους κυλά ήσυχα, χωρίς κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα. Η κόρη τους είναι παντρεμένη και ζει μόνιμα στο εξωτερικό κι οι ίδιοι έχουν όλον τον ελεύθερο χρόνο να ακούσουν μουσική και να πάνε σε συναυλίες. Μια μέρα, όμως, εκεί που παίρνουν το πρωινό τους, η Αν χάνει για μερικά λεπτά την επαφή με το περιβάλλον. Όταν επανέρχεται, δεν έχει καμιά ανάμνηση της διάλειψης, αλλά ο Ζορζ έχει θορυβηθεί. Η Αν περνά από εξετάσεις, που δείχνουν πως επρόκειτο για εγκεφαλικό επεισόδιο, που θα έχει σιγά-σιγά εκφυλιστική επίδραση στο μυαλό και το σώμα της ογδοντάχρονης γυναίκας.
            Τι είδους ταινία μπορείς να κάνεις με ένα τέτοιο θέμα; Είναι απλό. Αν είσαι ένας σκηνοθέτης του επιπέδου του Χάνεκε μπορείς να κάνεις μια ταινία μεγαλειώδη. Η «Αγάπη» είναι ένα επώδυνα ακριβές χρονικό μιας κατάπτωσης. Παρακολουθούμε με πάσα λεπτομέρεια τις προσπάθειες της Αν να μείνει υγιής, να πολεμήσει τη φθορά, και τις προσπάθειες του άντρα της να της συμπαρασταθεί, να τη βοηθήσει, ακόμα κι όταν αυτή η φθορά επέλθει. Ωστόσο, ο στόχος του σκηνοθέτη δεν είναι ακριβώς να μιλήσει για τη συντροφικότητα και την τρυφεράδα. Με τον Χάνεκε το βασικό θέμα είναι πάντα ο φόβος, μόνο που εδώ ο αυστριακός σκηνοθέτης δεν προσπαθεί να δείξει πως αυτό το αίσθημα εξαπλώνεται σε μια οικογένεια ή σε μια κοινωνία. Εδώ ο Χάνεκε προσπαθεί να κάνει τον ίδιο το θεατή να φοβηθεί. Επιχειρεί να κάνει τον θεατή να αναστατωθεί και να τρομάξει με όλα αυτά που του παρουσιάζει επί της οθόνης, τη φθορά, τον εκφυλισμό, το πόσο μάταιη είναι η προσπάθεια να κρατήσεις μακριά το γήρας. Ο τίτλος της ταινίας αποκτά ουσιαστικό νόημα μόνο μετά την ανατροπή των τελευταίων δεκαπέντε λεπτών, απλή κι αυτή αλλά τόσο συγκλονιστική. Ο Χάνεκε κάνει με την Αγάπη την πιο λιτή, αλλά συνάμα την πιο αριστουργηματική, την πιο ουσιώδη ταινία του. 

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

Τα δώρα δεν δωρίζονται

Τα δώρα δεν δωρίζονται. Πουλιούνται μετά από χρόνια σε κάποια παλιατζίδικο στο Μοναστηράκι, γιατί έχεις ανάγκη ένα επιπλέον χαρτζιλίκι και γιατί θέλεις να ξεχάσεις εκείνη που σου το χάρισε και γιατί νομίζεις πως έτσι θα πάρεις εκδίκηση. Αν, όμως, πρόκειται για κάτι πραγματικά καλό – ένα box set των The Jam, για παράδειγμα, έστω και με αφιέρωση – μπορεί να το βρεις, μετά από καιρό, στο ράφι κάποιου γνωστού σου, που σε έχει καλέσει στο πάρτι γενεθλίων του. Σε πιάνει μια κάποια πίκρα αναγνωρίζοντας το ως το πρώην δικό σου – η πίκρα αυτή, όμως, δεν συγκρίνεται με τίποτα μπροστά στην ντροπή που νοιώθεις όταν ανακαλύπτεις πως εκείνη που σου το χάρισε όχι μόνο είναι κι αυτή καλεσμένη στο πάρτυ, αλλά καταλαβαίνει πως το παλιό της δώρο, το δώρο που έκανε σε σένα και μόνο, ξεκουράζεται πια στο ράφι κάποιου άλλου.  



Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

TALKIN SISYPΗUS BLUES

Οι άνθρωποι που μεταδίδουν αγώνες μπάσκετ – όχι ακριβώς μάστορες του λόγου, αλλά τέλος πάντων – συνηθίζουν να λένε για παιχνίδια με πολλά σκαμπανεβάσματα στο σκορ ότι δεν ενδείκνυνται για καρδιακούς. Παραφράζοντας αυτή την ανοησία – και διακινδυνεύοντας να ακουστώ ακόμα πιο ανόητος –, θα έλεγα πως η καινούρια ταινία των αδερφών Κοέν δεν ενδείκνυται για καταθλιπτικούς. Μη με παρεξηγείτε, δεν είναι πως τη βρίσκω κακή – κάθε άλλο – απλά είναι μια από τις πιο ζοφερές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ.
            Η ταινία αφηγείται μερικές μέρες από τη ζωή του Λούιν Ντέιβις, τις προσπάθειές του να τα καταφέρει σαν τραγουδιστής και παράλληλα να βάλει επιτέλους σε ισορροπία τις σχέσεις του με τους φίλους του και τις γυναίκες, με την οικογένεια του και με τους συνεργάτες του. Ο Λούιν είναι σίγουρα ταλαντούχος (όπως είναι και ο άνθρωπος που τον υποδύεται, ο Όσκαρ Άιζακ), αλλά είναι επίσης πολύ δύσκολο να τον συμπαθήσει κανείς. Είναι είρωνας, ανεύθυνος, ασύδοτος, θεωρεί πως μόνο αυτός αξίζει σαν τραγουδιστής, δεν το έχει σε τίποτα να προσβάλλει τους γύρω του – ακόμα και τους ανθρώπους που τον βοηθάνε – και το μόνο που τον νοιάζει στην ουσία είναι να πετύχει την αναγνώριση – έστω κι αν κατηγορεί την Τζιν (η Κάρι Μάλιγκαν στην καλύτερη ερμηνεία της μέχρι στιγμής) ότι τα βλέπει όλα καριερίστικα. Όλα αυτά δίνονται με εξαιρετικό ρυθμό, με μια αφηγηματική άνεση που μόνο σκηνοθέτες και σεναριογράφοι υψηλού επιπέδου μπορούν να καυχιούνται ότι κατέχουν. Όπως συμβαίνει πάντα με τους αδερφούς Κοέν, η ταινία είναι γεμάτη εξαιρετικές, εκκεντρικές ερμηνείες (ο τύπος που παίζει τον Τρόι κάνει κάτι που, στην ουσία, υπερβαίνει την υποκριτική), άρτια καλλιτεχνική διεύθυνση, πολύ καλή μουσική επιμέλεια (αν και σε κάποια σημεία οι μουσικές ερμηνείες θυμίζουν Mumford and Sons – και, όχι, αυτό δεν είναι καλό). Το εύρημα με τη γάτα είναι εξαιρετικό – ως το μόνο ον για το οποίο νοιάζεται ο Λούιν και παράλληλα ως ένα σύμβολο της επιτυχίας που πάντα ξεφεύγει. Η ταινία είναι διασκεδαστική, είναι πολυεπίπεδη, είναι καλογυρισμένη.
            Ωραία. Αλλά τι σου μένει στο τέλος; Οι προσπάθειες του Λούιν δεν καταλήγουν πουθενά – κι αυτό είναι, βέβαια, κατανοητό, δεν τα καταφέρνουν όλοι να πραγματοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους. Όμως, το εύρημα με το οποίο επέλεξαν να κλείσουν οι Κοέν την ταινία τους είναι τόσο ζοφερό, τόσο απαισιόδοξο, που αφήνει τον θεατή με μια απογοήτευση. Δεν υπάρχει ούτε το ελάχιστο περιθώριο για ελπίδα. Είναι σαν να βλέπεις την μέρα της Μαρμότας αλλά χωρίς λύση. Η γάτα που κυνηγά ο Λούιν στο πρώτο μισό της ταινίας λέγεται Οδυσσέας, αλλά μάλλον θα έπρεπε να λέγεται Σίσυφος.  

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Παρουσίαση της Ασφυξίας στη Λοκομοτίβα – η ομιλία της Κατερίνας Μαλακατέ

Η προχθεσινή βραδιά στη Λοκομοτίβα ήταν, θέλω να πιστεύω, πολύ ενδιαφέρουσα. Είχε νέο κόσμο, ευχάριστη, φιλική ατμόσφαιρα, μια ενδιαφέρουσα κουβέντα, ωραίες μουσικές. Πάνω από όλα κρατώ το ότι γνώρισα πολλούς αξιόλογους ανθρώπους – ένας από αυτούς, η Κατερίνα Μαλακατέ, μου έκανε την τιμή να μιλήσει για το βιβλίο μου. Ορίστε τι είπε:

«Ένα βιβλίο για την κρίση είναι  εύκολο ως προς την αρχική έμπνευση- είναι παντού γύρω μας - όμως τελικά αποτελεί επικίνδυνο εγχείρημα. Απαιτεί την αποτίμηση της παρούσας ιστορικής στιγμής, αυτής που ζούμε και μας δημιουργεί συναισθήματα  που πολύ δύσκολα αποτυπώνονται στο χαρτί.  Η αποστασιοποίηση, ένα από τα βασικά όπλα κάθε συγγραφέα, εδώ είναι απλά ανέφικτη. Ο Ηλίας Νίσαρης στην «ελληνική ασφυξία» τα καταφέρνει καλά, δίνει ανάγλυφη την ροή της κρίσης, την αίσθηση που μας τριγυρίζει, χωρίς να χάνει την ουσία κάθε μυθιστορήματος, δηλαδή την πλοκή.

Πρωταγωνιστές του βιβλίου, η οικογένεια Αγριπιώτη∙  αναγνωρίσιμα «φρούτα» της ελληνικής κοινωνίας. Συνδέονται κατ’ αρχάς μεταξύ τους με την κλασική αίσθηση παθολογικής αγάπης και μίσους που χαρακτηρίζει πολλά ελληνικά νοικοκυριά: τα παιδιά ακυρώνουν τους γονείς- κυρίως τον πατέρα που ζει ακόμα- αλλά δεν μπορούν να βρουν μια ταυτότητα που να μην τον συμπεριλαμβάνει. Ο γονιός νιώθει μια ατελείωτη πικρία για αυτό που είναι οι γιοί του αλλά και για αυτά που του προσάπτουν τα παιδιά του, κι όμως είναι πεπεισμένος πως όλα τα έκανε σωστά και για το καλό τους.

Ο μικρότερος γιος, ο Στέλιος, εκκολαπτόμενος συγγραφέας- γράφει ένα μυθιστόρημα- το Μαμμόθρεφτο- όπου κατηγορεί τους γονείς του για τα πάντα. Είναι ένα αγόρι εν πολλοίς απροσάρμοστο, με πολλές νευρώσεις, ανίκανο να σταθεί κοινωνικά αλλά και με πάρα πολλές ευαισθησίες. Όσο εξελίσσεται ως χαρακτήρας, μες στην κρίση που τον αναγκάζει να λέει κι ευχαριστώ που ξεπουλάει το ταλέντο του για χάρη μιας διαφημιστικής, οι νευρώσεις του γίνονται ψυχώσεις, βγαίνει από τον έλεγχο, μπαίνει σε επικίνδυνα σεξουαλικά παιχνίδια, νιώθει την ανάγκη για κυριαρχία και κακοποίηση.

Ο μεγαλύτερος, ένα αγόρι κλειστό που όμως τα καταφέρνει κοινωνικά, έχει παρέες, γκόμενες, αργότερα μια γυναίκα που τον αγαπάει, θα σοκαριστεί τόσο πολύ από τον ξυλοδαρμό του από έναν αλλοδαπό που θα αλλάξει κι από ακραία αντιρατσιστής θα περάσει στο άλλο άκρο.

Και τέλος η Νίνα, η ξαδέλφη-αδελφή, που μεγάλωσε μαζί με τα αγόρια από τα 10 της όταν έχασε τους γονείς της σε αυτοκινητιστικό, υποδειγματική κόρη που παντρεύτηκε τον καλοβαλμένο άντρα, έχει καλοπληρωμένη δουλειά και νοιάζεται τον πατέρα τους, θα αποκαλύψει ένα ασίγαστο αγοραστικό βίτσιο όσο βαθαίνει η παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας γύρω της, θα προσπαθήσει να τα τινάξει όλα στον αέρα. Και την «ασφαλειούλα» της.

Οι ήρωες του Ηλία Νίσαρη, αν και κάποιες στιγμές νομίζεις πως ρέπουν προς το κλισέ, έχουν ένα καλό, εξελίσσονται. Και μέσα από αυτούς θίγονται ένα σωρό θέματα. Από τα μεγάλα και βασικά, την ίδια την κρίση, την πολιτική κατάσταση, την ξενοφοβία, τον ρατσισμό, τον καταναλωτισμό, ως τα πιο βαθιά και προσωπικά, την συγγραφική δυσκολία- το ποιος αναγνωρίζεται, ποιος όχι, γιατί, το κύκλωμα, το ξεπούλημα, αλλά και τα χάπια, την τρέλα, την σεξουαλικότητα, την κλειστοφοβία μες στην οικογένεια, τη μοναξιά. Τη δυσκολία να υπάρξεις εν τέλει όταν όλα όσα ήξερες για δεδομένα γύρω σου διαλύονται και μένει απογυμνωμένη η σάρκα του καθενός, τα συμπλέγματα και οι ενοχές του.

 Το ενδιαφέρον είναι πως κανένας από τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος δεν πεινάει, κανένας δεν περιπέφτει σε φριχτή ένδεια. Δεν είναι η έλλειψη χρημάτων αυτή καθ’ αυτή που ορίζει την ελληνική κρίση. Είναι μια περιρρέουσα αίσθηση μιζέριας, ένας κλοιός που στήνει γύρω μας η συλλογική κατάσταση για να μας στραγγαλίσει ατομικά. Η ελληνική ασφυξία είναι έργο των χεριών μας.

Το βιβλίο ακολουθεί τον παλμό αυτών που συμβαίνουν και δεν μπορεί παρά να αφορά κάθε Έλληνα που ζει σε αυτή τη χώρα. Η γραφή είναι έξυπνα δομημένη στο τώρα, γιατί θα ήταν παρακινδυνευμένο να μιλήσει για το μέλλον. Είναι ρέουσα και πυκνή και προσπαθεί να εκφράσει αυτό το ανείπωτο που συμβαίνει γύρω μας. Αν τα καταφέρνει; Φυσικά όχι πάντα, κάτι τέτοιο θα ήταν και κάπως βαρετό. Ακόμα όμως κι οι κλωστές που παραμένουν λυτές και δεν δένονται ως την τελευταία φράση, δείχνουν αυτό είμαστε σήμερα, τη ζωή μας, έτσι όπως μας την υποσχέθηκαν και τελικά μας την αρνήθηκαν. Αυτό που επικοινωνεί με σιγουριά το βιβλίο είναι την αγωνία της γενιάς μας, των τριάντα και κάτι, παρά κάτι, μιας γενιάς που γαλουχήθηκε στην ευφορία της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα για να βρεθεί άνεργη, κενή και δυστυχής στην μιζέρια της δεύτερης.»


Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

«Ελληνική Ασφυξία» στην Λοκομοτίβα

Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων και το μπαρ-βιβλιοπωλείο Λοκομοτίβα σας προσκαλούν στην παρουσίαση του μυθιστορήματος του Ηλία Νίσαρη «Ελληνική Ασφυξία», την Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου στις οκτώ το βράδυ, Σολωμού και Μποτάση, στα Εξάρχεια. Για το βιβλίο θα μιλήσουν η συγγραφέας και κριτικός Κατερίνα Μαλακατέ και ο συγγραφέας. Θα ακολουθήσει πάρτυ – dj σετ από τον συγγραφέα Ηλία Νίσαρη.

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ

Πέρα από το χρώμα τών τοίχων –κίτρινο, πλέον, και, κατά τη γνώμη μου, όχι πολύ ωραίο-, τίποτα δεν έδειχνε να έχει αλλάξει στο σπίτι τών γονιών μου. Αλλά αυτό δεν ήταν απαραίτητα κακό. Αυτό το σπίτι και οι ένοικοι του ήταν τα μόνα σταθερά σημεία στη ζωή μου.
Άφησα την Γιάννα να περάσει πρώτη. Ενώ διέσχιζε την αυλόπορτα, έκρυψε απότομα τα λευκά χέρια της στις τσέπες τού δερμάτινου παλτού της, και μαντεύω επίσης πως τα χείλη της αφέθηκαν σ’ένα βιαστικό και ίσως ανεπαίσθητο μορφασμό, προτού χαμογελάσουν ευγενικά αλλά και αμήχανα στους δύο εξηντάρηδες που στέκονταν στην άλλη πλευρά τού πλακόστρωτου, έτοιμοι να την καλωσορίσουν, αυτήν και το μεσαίο από τα τρία παιδιά τους.
      Κοντοστάθηκε και με περίμενε, όση ώρα πάλευα να κλείσω την καγκελόπορτα με τον προβληματικό σύρτη. Όταν πήγα κοντά της, αρχίσαμε να περπατάμε μαζί, προς το μέρος τών γονιών μου, με τα δάκτυλα τού αριστερού μου χεριού να αγγίζουν τον δεξιό αγκώνα της, δίνοντάς της μια υποτιθέμενη ώθηση.
            Η μητέρα μου αναφώνησε «καλώς τους» κι άπλωσε και τα δυό της χέρια, για να υποδεχτεί την Γιάννα, που ήταν ομορφότερη απ’όσες συντρόφους μου είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και σαφώς γλυκύτερη από κάποιες άλλες, τις οποίες είχα φροντίσει να μη γνωρίσει. Ήξερα πως θα εντυπωσιαζόταν ευθύς αμέσως από αυτό το μάλλον άψογο πρόσωπο, τα αόριστα μελαγχολικά πράσινα μάτια, τα λεπτά, ανάγλυφα χείλη, και από το ψιλόλιγνο κορμί της. Ο πατέρας μου ήταν εκείνος που στα ίδια αυτά πράσινα μάτια θα διέκρινε κάποια ανυπόφορη αφέλεια, την ύπαρξη τής οποίας, έστω και με κάποιον δισταγμό, θα παραδεχόμουν κι εγώ, και στο υπόλοιπο πρόσωπο και σώμα τής κοπέλας μου, μια αδιαμφισβήτητη αλλά όχι ιδιαίτερα εντυπωσιακή ομορφιά. Μπορούσα να φανταστώ το ακριβές του σχόλιο, στο τέλος τής βραδιάς, όταν η Γιάννα κι εγώ θα είχαμε φύγει, κι η γυναίκα του θα εξέφραζε απερίφραστα τον ενθουσιασμό της: «Ναι, δεν λέω, αλλά όχι τίποτα το ξεχωριστό. Και είναι και λίγο χαζοβιολίτσα». (Μετά, θα επέστρεφε στην εφημερίδα του, αδιαφορώντας για τις προσπάθειες τής μητέρας μου να τού αλλάξει γνώμη.)
        Μετά τις εγκάρδιες συστάσεις, θέλησαν να μάς οδηγήσουν στο εσωτερικό, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Γιάννα πρόσεξε έκπληκτη την τριανταφυλλιά με τα μαύρα άνθη και έτσι μείναμε για λίγη ακόμα ώρα έξω, οι γυναίκες να συζητούν για την κηπουρική κι εμείς οι άντρες για τον σύρτη, που είχε πάλι χαλάσει. Τού είπα πως θα τον έφτιαχνα, την επόμενη φορά που θα ερχόμουν.
            Κοιτώντας αριστερά, προς το πάρκινγκ τής διπλανής μονοκατοικίας, παρατήρησα πως εκεί που συνήθως ήταν παρκαρισμένη η παλιά κόκκινη Spider τού κυρίου Φιλέρη, υπήρχε τώρα ένα μεγάλο, ολοκαίνουριο σεντάν. Έκανα να ρωτήσω τον πατέρα μου, όταν είδα την Γιάννα να προχωρά προς τα μέσα και την μητέρα μου να μάς γνέφει ν’ακολουθήσουμε.
            Το εσωτερικό τού σπιτιού είχε επίσης παραμείνει εν πολλοίς ίδιο, εκτός από κάποιο τραπεζάκι που είχε μεταφερθεί, από την τελευταία φορά που είχα επισκεφτεί τους γονείς μου, σε μιαν άλλη γωνία τού σαλονιού ή το καινούριο φωτιστικό που αντικαθιστούσε κάποιο παλιότερο που είχε κατά λάθος ριχτεί στο πάτωμα, και εκτός, βέβαια από το καινούριο κάλυμμα τού καναπέ, κάλυμμα πανομοιότυπο τού προκατόχου του αλλά άφθαρτο ακόμα και εντελώς καθαρό. Εκεί κάτσαμε, η Γιάννα κι εγώ, με τους γονείς μου να βολεύονται στις παλιές, υποτίθεται αριστοκρατικές πολυθρόνες εκατέρωθεν τού χαμηλού τραπεζιού για τον καφέ.
            Παρατηρώντας τους ξανά, στα λιγοστά δευτερόλεπτα άχαρης σιωπής που προηγήθηκαν τής συνηθισμένης σε τέτοιες περιστάσεις συζήτησης περί ανέμων και υδάτων, βρήκα πως έδειχναν καλοστεκούμενοι αλλά μαλθακοί, υγιείς αλλά αδύναμοι. Με τα κάτασπρα μαλλιά τους, τα γυαλιά με τους χρυσαφί σκελετούς, τα ατσαλάκωτα παντελόνια από καπαρντίνα, έμοιαζαν, παρά το μικρό δέμας τους, σαν ταλαιπωρημένοι Σουηδοί ή Αμερικάνοι τουρίστες που, εντελώς ανεξήγητα, είχαν βρεθεί στο Χαλάνδρι το καταχείμωνο, κι είχαν προσπαθήσει αποσβολωμένοι να προφυλαχτούν από το κρύο με τις πλεχτές, περίπου ομοιόχρωμες ζακέτες τους.
            Μιλήσαμε για ανούσια πράγματα, για τον καιρό, για το κρύο, που ήταν το εντονότερο τών τελευταίων εβδομάδων, για τη διαδρομή εμού και τής Γιάννας από το Κουκάκι ως το μέρος που μπορούσα πλέον ν’αποκαλώ σπίτι τους, για την Αττική Οδό και το Μετρό.
            Μετά, μάς ζήτησαν να περιγράψουμε τη ζωή στην Αγγλία, την γνωριμία μας εκεί, και η κοπέλα μου αποδείχτηκε λαλίστατη. Η μητέρα μου την ρώτησε τί ακριβώς πραγματευόταν το μεταπτυχιακό της (Διαχείριση Ανθρώπινου Δυναμικού -στο ίδιο πανεπιστήμιο όπου είχα κάνει κι εγώ, χρόνια πριν, το δικό μου μεταπτυχιακό).
            Όσο η Γιάννα εξηγούσε το αντικείμενο τών σπουδών της στην μητέρα μου, εγώ έγειρα προς τον άλλο μου γονιό:
            - Δεν μού λες, τίνος είναι το σεντάν δίπλα; ρώτησα νεύοντας φευγαλέα προς το σπίτι του Φιλέρη. Δεν πιστεύω να πούλησε την Alfa Romeo ο κυρ-Πέτρος!
            - Να την πούλησε, όχι, αλλά την έκανε γαμήλιο δώρο στον γαμπρό του, μού εξήγησε ο πατέρας μου. Για κάποιον λόγο, η φωνή του έβγαινε πάντα πιο βραχνή όταν καλούνταν να μιλήσει σιγανά.
            - Έτσι κι αλλιώς πού να την οδηγήσει πια ο Πέτρος, εβδομήντα χρονών άνθρωπος.
            - Στον γαμπρό του; Κάτσε, παντρεύτηκε η Φαίδρα;
            Χάρη σε κάποια υπερφυσική δύναμη που επέτρεπε στο αυτί της να συλλαμβάνει συζητήσεις που περιστρέφονταν είτε γύρω από γάμους είτε γύρω από κηδείες, ακόμα κι αν λάβαιναν χώρα χιλιάδες μέτρα μακριά, η μητέρα μου είχε ακούσει την ερώτησή μου κι έσπευσε να μού δώσει η ίδια τις διευκρινίσεις που ζητούσα.
            - Ναι, παντρεύτηκε, η γλυκειά μου, είπε, προφανώς με μια τρυφερή χροιά στη φωνή της.
      Αυτό που νομίζω πως επιχείρησε να κάνει στη συνέχεια η ασπρομαλλούσσα, ενίοτε καταπληκτική εξηντάρα ήταν να διερευνήσει τις προθέσεις μας, τις δικές μου και τής Γιάννας, σχετικά με το θέμα τού γάμου ή, τουλάχιστον, να θέσει επί τάπητος τις δικές της. Η Φαίδρα, η μοναχοκόρη τού διπλανού από τον πρώτο του γάμο, την οποία γνωρίζαμε σχετικά καλά, και ο μετέπειτα άντρας της είχαν επίσης γνωριστεί στο εξωτερικό (στο Παρίσι, συγκεκριμένα)˙ μού φαίνεται πως η μητέρα μου τόνισε κάπως υπερβολικά αυτήν την ανούσια για τους ακροατές της λεπτομέρεια, στην προσπάθειά της να αποσπάσει από τα χείλη μας κάποιο σχόλιο που θα τής έδινε να καταλάβει πως και η δική μας ιστορία, που είχε επίσης ξεκινήσει στην μακρινή Εσπερία, θα είχε την ίδια ευτυχή κατάληξη.
            Η Γιάννα κι εγώ σφυρίξαμε αδιάφορα. Ή μήπως ήμουν μόνο εγώ;
            Ο πατέρας μου είπε τότε στη γυναίκα του να ετοιμάσει το φαγητό κι εκείνη πήγε στην κουζίνα, παίρνοντας μαζί της την ούτως ή άλλως πρόθυμη να βοηθήσει φίλη μου.
            Σηκώθηκα και πήγα στο παράθυρο. Το καινούριο αμάξι τού Φιλέρη ακτινοβολούσε, ακόμα και στην χειμωνιάτικη συννεφιά.
            Κατάλαβα πως ο πατέρας μου πλησίαζε. Με έναν επιτηδευμένα φιλοσοφικό τόνο, τού είπα:
            - Πάει, παντρεύτηκε κι η Φαίδρα. Καιρός να παίρνω κι εγώ σειρά.
            Όταν έφτασε πια κοντά μου, συμπλήρωσα:
            - Το συνειδητοποιείς πως οι περισσότεροι συμμαθητές μου έχουν οικογένεια τώρα;
            Γύρισα να τον κοιτάξω. Μού έριξε ένα ψευτοχαστούκι στο μάγουλο. Σήκωσε τους ώμους του, χαμογελώντας παράλληλα, σαν νά’λεγε «τί να κάνουμε;». Ίσως είχε καταλάβει.
            Οι γυναίκες έφεραν τα πρώτα πιάτα και ξαναπήγαν στην κουζίνα για τα υπόλοιπα.
            Το γεύμα ήταν πλουσιοπάροχο. Όταν τελειώσαμε, η Γιάννα ήθελε να την ξεναγήσω στο υπόλοιπο σπίτι, στην αυλή, και στον πάνω όροφο. 
            Τα δέντρα και τα λουλούδια στον κήπο τών γονιών μου έδειχναν να σφύζουν από υγεία. Τώρα που είχαν πάρει και οι δύο σύνταξη, περνούσαν όλη την μέρα τους εκεί, φυτεύοντας και ποτίζοντας, σκάβοντας και ψαλιδίζοντας. Αναρίθμητες οι φορές που, περνώντας να τους δω απροειδοποίητα, έβρισκα την μητέρα μου γονατισμένη μπροστά από κάποια νεόφυτη τριανταφυλλιά, να σκαλίζει το σκούρο, βρεγμένο χώμα μ’ένα σκεπάρνι, και πιο πέρα τον πατέρα μου, να ποτίζει κάποιο δεντράκι με την μάνικα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, με χαιρετούσαν πάντα με ένα χαμόγελο που προέδιδε απόλυτη ικανοποίηση, κι έπειτα επέστρεφαν στην δουλειά τους, σαν να μην είχα καν εμφανιστεί μπροστά τους.
            Στο πίσω μέρος τού σπιτιού, ωστόσο, το γρασίδι είχε μείνει καιρό ακούρευτο. Άφησα για λίγο την Γιάννα και πλησίασα την μηχανή τού γκαζόν, που ήταν παρατημένη σε μια γωνιά τού φράχτη. Προσπάθησα να την βάλω μπροστά κι είδα πως είχε χαλάσει. Σκέφτηκα να την ανοίξω και να δω τί είχε γίνει, αλλά άκουσα πίσω μου την κοπέλα μου να μού παραπονιέται.
            - Υποτίθεται πως με ξεναγείς τώρα.
            - Εντάξει, ξεχάστηκα.
           Εκτέλεσα με μεγαλύτερο ζήλο τα καθήκοντά μου. Η πίσω αυλή ήταν το αγαπημένο μου σημείο ολόκληρου τού οικοπέδου.
            Στην άκρη τού φράχτη που μάς χώριζε από την αυλή τού Φιλέρη, υπήρχε ένα άνοιγμα στο συρματόπλεγμα, που, όταν ήμουν μικρός μού χρησίμευε πολύ, κάθε φορά που κάποια μπάλα κατέληγε στην άλλη πλευρά.
            Στην μεγαλύτερη από τις δύο νεραντζιές, σκαρφάλωνα πάντα, όταν παίζαμε κρυφτό με τα υπόλοιπα παιδιά τής γειτονιάς. Μια φορά είχα μείνει τελευταίος και, βλέποντας τον Γιάννη να με ψάχνει στην αντίθετη γωνία, αποφάσισα να πηδήξω κατευθείαν κάτω και να τρέξω για «ξελευτερία». Έσπασα το πόδι μου.
            Στο ερείπιο που δέσποζε (τρόπος τού λέγειν) στο οικόπεδο πίσω από το δικό μας, είχα πάει για πρώτη φορά με κορίτσι, τόσο κοντά κι όμως τόσο μακριά από την άνεση τού κρεβατιού μου, λίγο πριν κλείσω τα δεκάξι. (Η Γιάννα σκέφτηκε πως θα ήταν δόκιμο να μού κάνει μια σκηνή ζηλοτυπίας. Δεν με πείραξε. Έτσι κι αλλιώς, τα πιο καίρια πράγματα λέγονται μεταξύ σοβαρού και αστείου.) Το καλοκαίρι που είχε ακολουθήσει αυτού τού σημαδιακού γεγονότος, είχα κάνει ένα πάρτι, είχα πιει τέσσερα ολόκληρα κουτάκια μπίρα κι είχα πλακωθεί με τον κολλητό μου τον Γιάννη, επειδή νόμιζα πως την είχε πέσει στην ίδια εκείνη κοπέλα που, λίγους μήνες πριν, είχα «φυστικώσει» (όπως μού άρεσε να λέω τότε, ο καραγκιόζης). Ο Γιάννης πέθανε, πέντε χρόνια μετά, οδηγώντας με την μηχανή στην παραλιακή, θύμα ενός άλλου πιώματος.
            Η σπειροειδής εξωτερική σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο έτριζε, κάθε φορά που ένα πόδι πάταγε πάνω της, κι εγώ έπρεπε κάθε τόσο να καθησυχάζω την Γιάννα, που προχωρούσε μπροστά μου, πως τίποτα κακό δε θα συνέβαινε. Από το μπαλκόνι προσπάθησα να τής δείξω το στέγαστρο Καλατράβα -μια τελετουργία σχεδόν υποχρεωτική για τους (πρώην, έστω) κατοίκους τών βορείων προαστείων που ξεναγούν στην περιοχή τους άτομα από άλλα σημεία τού λεκανοπεδίου ή και τής χώρας-, αλλά ολόκληρο το Μαρούσι είχε κρυφτεί κάτω από μια απειλητική καταχνιά.
            Στον πάνω όροφο έμενε πλέον μόνο η μικρή μου αδερφή, που εκείνο το Σαββατοκύριακο είχε πάει εκδρομή στο Πήλιο ή, τέλος πάντων, σε κάποιο ορεινό θέρετρο. Ήμασταν μόνοι μας. Τής έδειξα τα δωμάτια τών άλλων δύο, έγραψα «Είσαι νούμερο» στον πίνακα τής αδερφής μου, και μετά οδήγησα την Γιάννα στο παλιό μου άντρο.
            Όπως και στην κρεβατοκάμαρα τού μεγάλου μου αδερφού, όλα είχαν μείνει ανέπαφα, και διατηρούνταν τακτοποιημένα και καθαρά, όπως την ημέρα που είχα φύγει, για να μείνω στην μικρή γκαρσονιέρα στο Κουκάκι. Όσα βιβλία, κασέτες, μολυβοθήκες και λοιπά μπιχλιμπίδια είχα αφήσει πίσω μου, ακόμα και τα περιοδικά που είχα στιβάξει πρόχειρα στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι, είχαν αφεθεί ευλαβικά στην ίδια εκείνη θέση που τα θυμόμουν, κάθε φορά που προσπαθούσα να ανασυνθέσω κάποια σκηνή –σημαντική ή τυχαία, φορτισμένη ή πληκτική- από τη ζωή μου, είτε ως παιδιού είτε ως εφήβου, σ’αυτό το συνήθως ανήλιαγο δωμάτιο.
            Στους τοίχους, ακόμα οι γνωστές αφίσες· στον δυτικό, ο Πόλεμος τών Άστρων, στον ανατολικό, ο Ρόουαν Άτκινσον ως η πρώτη από τις Μαύρες Οχιές και, στον βόρειο, απέναντι από το κρεβάτι μου, σε στρατηγική θέση, η Πάμελα Άντερσον, με το κόκκινο μαγιώ τών ναυαγοσωστριών, να τρέχει ακόμα προς κάποιον άγνωστο προορισμό, στον οποίο, λογικά, μετά από τόσα χρόνια, θα ’πρεπε να ’χε πια φτάσει.
            Η Γιάννα παρατηρούσε την μικρή καναδέζα, μ’ένα σαρδόνιο χαμόγελο στα χείλη.
            - Ώστε η Πάμελα, ε;
            - Μα δεν την είχα κρεμάσει για την Πάμελα την αφίσα. Την είχα κρεμάσει για όλη τη σειρά, γενικά, γιατί ήταν ποιοτική και έδινε θετικά πρότυπα στη νεολαία.
            Συνέχισε να χαμογελά˙ κάθισε στο παλιό μου κρεβάτι και χτύπησε δυνατά  το στρώμα και με τις δυό της παλάμες, σαν να το δοκίμαζε.
            - Ανθεκτικό το στρωματάκι σου, είπε.
            - Ναι, είπα εγώ και κάθισα δίπλα της. Ειδικά, αν φανταστείς πόσα έχει περάσει.
            - Ναι, είμαι σίγουρη, είπε, με δήθεν στραβωμένο το μουτράκι της.
            Κάθισα πίσω, ακουμπώντας στον τοίχο, ενώ αυτή ξεφύλλιζε κάποιο τεύχος τού Τριπόντου από το ’94. Θυμήθηκα τον Γιάννη, να αποφεύγει με απόλυτη διαύγεια τις άστοχες, ζαλισμένες μου γροθιές και να προσέχει παράλληλα μήπως και σωριαστώ κάτω, από την υπερπροσπάθεια και το αλκοόλ. Η Φαίδρα, λίγα βήματα πιο πέρα, μάς ούρλιαζε να σταματήσουμε. Την επόμενη μέρα, περηφανευόμουν σαν βλάκας -στον εαυτό μου-, ότι μόνο εγώ είχα κάνει αυτό το αιώνια ήρεμο και κρυψίνοο πλάσμα να ουρλιάζει έτσι.
            Η Γιάννα παράτησε το περιοδικό και σύρθηκε προς το μέρος μου
            - Θα ήθελα να σε είχα γνωρίσει όταν ήσουν μικρός... εξομολογήθηκε, με ένα νοσταλγικό βλέμμα στα τέλεια μάτια της.
            - Μπα, τί να με κάνεις; Βλακάκος ήμουνα.
            - Α, είπε, τότε είναι σαν να σε είχα γνωρίσει, μού απάντησε, και, με τον δείκτη τού δεξιού της χεριού, έδωσε ένα ανεπαίσθητο χτύπημα στην μύτη μου.   
            Ξανακάθισε κανονικά και πήρε ένα άλλο Τρίποντο στα χέρια της.
            Ήρθα κοντά της κι έφερα το ένα χέρι μου γύρω από την μέση της. Με το άλλο, έσπρωξα πίσω τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό της. Τής ψιθύρισα στο αυτί. Φίλησα τον λεπτό, ευωδιαστό λαιμό της. Γύρισε προς το μέρος μου μ’ένα καρτερικό βλέμμα στα μάτια.
            - Θέλω να ξέρω πού βαδίζουμε, είπε, αψυχολόγητα.
            - Ααα, η ατάκα που κάθε άντρας θέλει ν’ακούει όταν φιλάει τον λαιμό τής κοπέλας του.
            - Δεν είναι αστείο, είπε, και ξαναπέταξε το περιοδικό στον σωρό απ’όπου τό’χε πάρει. Θέλω να ξέρω.
            - Άσε μας, ρε Γιάννα. Ό,τι θυμάσαι, χαίρεσαι.
            - Δεν είναι...
            - Πώς σού’ρθε ξαφνικά; Άκουσες για τη Φαίδρα και ζήλεψες;
            - Όχι, το σκέφτομαι εδώ και καιρό.
            - Εδώ και καιρό. Μάλιστα. Και θέλεις απάντηση τώρα.
            - Καλά, κατάλαβα, είπε και σηκώθηκε να φύγει.
            Την πρόλαβα λίγο πριν φτάσει στην ταλαιπωρημένη πόρτα τού παλιού μου δωματίου, την έπιασα από το μπράτσο και την ανάγκασα να γυρίσει να με κοιτάξει.
            Πολύ ήρεμα, πέρασα τα χέρια μου από τα μαλλιά της. Απέφευγε να συναντήσει το βλέμμα μου.
            Την καθησύχασα, λέγοντάς της τα πράγματα ακριβώς που ήθελε να ακούσει. Ήμουν, όμως, προσεκτικός. Υπαινίχθηκα τα πάντα και δεν υποσχέθηκα τίποτα.
            Την πήρα από το χέρι και την έβαλα να καθίσει δίπλα μου στο κρεβάτι. Την φίλησα στοργικά αλλά και απρόθυμα. Υπήρχε ένα άλλο ζευγάρι χείλια που νοσταλγούσα εκείνη τη στιγμή, στην πραγματικότητα, όλη την ημέρα. Τα λεπτά, ανάγλυφα χείλη τής Γιάννας δε άντεχαν στη σύγκριση.
            Συνεχίσαμε έτσι. Μετά από λίγο έφερα το χέρι μου στο στήθος της κι αυτή το κατέβασε γρήγορα. Ξαναπροσπάθησα να την αγγίξω κι αυτή αρνήθηκε κοφτά, ένα όχι που όντως σήμαινε όχι.
            Είπα «ok» και ξάπλωσα πίσω. Ήρθε κι έγειρε το όμορφο κεφάλι της στο στέρνο μου, ικανοποιημένη, ακόμα κι ευτυχισμένη.
            Κοιτούσα πάνω, το ταβάνι, όταν με ρώτησε τί σκέφτομαι.
            Τής απάντησα κάτι άσχετο, αποπροσανατολιστικό. Στην πραγματικότητα,  σκεφτόμουν εκείνη την λεπτομέρεια που συνέδεε μεταξύ τους όλα τα περιστατικά που είχα αφηγηθεί προηγουμένως στην ξενάγησή μου και, παρόλο που την είχα εσκεμμένα παραλείψει, ήταν αυτή ακριβώς η λεπτομέρεια που με είχε ωθήσει να επιλέξω να παραθέσω τα συγκεκριμένα περιστατικά και όχι άλλα, προκειμένου να διασκεδάσω –ή μήπως, εξαιτίας τού συναισθηματικού μαζοχισμού που μάς χαρακτηρίζει όλους, να εντείνω;- μια κρυφή απογοήτευση που με είχε, εδώ και κάποια ώρα, κυριεύσει.
        Το επεισόδιο με το εντεκάχρονο αγόρι που περνάει μέσα από έναν συρμάτινο φράχτη, μιμούμενο κάποιον δραπέτη, ήταν κατά μίαν έννοια διασκεδαστικό, για οποιονδήποτε τύχαινε να το ακούσει (όπως, βεβαίως, ήταν διασκεδαστικό και για την Γιάννα), για το ίδιο το αγόρι, όμως, που κόντευε πια να τριανταρίσει, πιο σημαντικό ήταν αυτό που αντίκρυσε, περνώντας στην άλλη πλευρά, την τελευταία φορά που χρησιμοποίησε εκείνο το άνοιγμα. Στεκόταν από πάνω μου, το πρόσωπό της ήδη εκπληκτικό, και με περιεργαζόταν με ένα αυστηρό αλλά και απορημένο βλέμμα στα μεγάλα, μαύρα μάτια της. Μείναμε για κάμποσα δευτερόλεπτα έτσι, εγώ σκυμμένος, με το σύρμα να πιέζει τα πλευρά μου, εκείνη όρθια, με τα χέρια της σταυρωμένα στο στήθος, αμφότεροι σιωπηλοί και χωρίς να ξέρουμε τί να κάνουμε. Τελικά, μπήκα στην αυλή της, πήρα την μπάλα μου και, προτού περάσω και πάλι στη δική μου πλευρά, την αποχαιρέτησα λέγοντάς της «χάρηκα πολύ που τα είπαμε», μια από εκείνες τις εξυπνάδες που είχα ξεσηκώσει από τις αμερικάνικες ταινίες κι είχα μάθει από πολύ μικρός να χρησιμοποιώ.
            Όταν έσπασα το πόδι μου, εκείνη είχε και πάλι μια μικρή ανάμειξη. Τότε έμενε ακόμα με την μητέρα της στη Γαλλία. Εκείνο το καλοκαίρι θα το πέρναγε με τον πατέρα της και τη δεύτερη σύζυγό του, που είχαν μόλις αγοράσει τη διπλανή μονοκατοικία. Εκτός από ένα δεκαπενθήμερο, κατά το οποίο είχε επισκεφθεί μαζί τους δύο νησιά τού Αιγαίου –θυμάμαι ακόμα και ποια νησιά ήταν αυτά, η Πάρος και η Νίσυρος- είχαμε περάσει κάθε μέρα μαζί. Το τελευταίο βράδυ της στην Ελλάδα, είχε βγει με τον πατέρα της και τη γυναίκα του για φαγητό. Είχαν επιστρέψει νωρίς, αλλά δεν την είχαν αφήσει να έρθει στην αυλή μου, όπου είχαμε μαζευτεί όλα τα υπόλοιπα παιδιά τής γειτονιάς και παίζαμε κρυφτό. Κρυμμένος στα πιο ψηλά κλαδιά τής νεραντζιάς, αόρατος για τον Πέτρο, που εκείνη την ώρα έψαχνε στον μπροστινό κήπο, αγνάντευα τον πάνω όροφο τού σπιτιού τού Φιλέρη, σαν να ήταν ένας χαμένος παράδεισος, αφ’ης στιγμής εκείνη θά’φευγε και, μάλιστα, χωρίς να με αποχαιρετήσει. Ξαφνικά, αντιλήφθηκα κάποιον να πλησιάζει το δέντρο˙ ήταν εκείνη. Είχε βγει κρυφά από το δωμάτιό της, είχε περάσει το φράχτη, κι είχε έρθει να με βρει. Μού ψιθύρισε να κατέβω˙ τής εξήγησα πως δεν μπορούσα, γιατί έτσι θ’αποκάλυπτα την κρυψώνα μου. Με απείλησε πως θα γύριζε στη Γαλλία χωρίς να με αποχαιρετήσει. Θά’φευγε ξημερώματα, πολύ πριν ξυπνήσω. (Γελάμε πάντα όταν θυμόμαστε κάτι τέτοια παιδικά καμώματα, αλλά αυτά που κάνουμε ως ενήλικες δε διαφέρουν και τόσο.) Τής είπα να αφήσει τους εκβιασμούς˙ αν ήθελε, ας περίμενε, αλλιώς, στο καλό. Άρχισε να περπατάει προς το φράχτη. Μη ξέροντας τί άλλο να κάνω, πήδηξα γρήγορα κάτω. Ένιωσα κάτι να ραγίζει, κι αμέσως μετά έναν μεγάλο, άγνωστο μέχρι τότε πόνο. Δεν έβγαλα άχνα, για να μη δώσω στον Πέτρο να καταλάβει πού βρισκόμουν. Το κορίτσι γύρισε πίσω, με είδε πεσμένο κι έτρεξε κοντά μου. Με ρώτησε αν ήμουν καλά και αν πονούσα. Γονάτισε δίπλα μου και μού κράτησε το χέρι. Βλέποντας το τέλειο πρόσωπό της τόσο κοντά μου, δεν μπορούσα παρά να την πλησιάσω και να τη φιλήσω στο στόμα. Μείναμε έτσι για αρκετή ώρα. Απ’αυτήν την πρόωρη έκσταση, απ’αυτό το αναπάντεχο αποκορύφωμα, μάς έβγαλαν οι κραυγές απογοήτευσης τών υπόλοιπων παιδιών. Ο Πέτρος είχε έρθει στην πίσω αυλή, με είχε δει ξαπλωμένο δίπλα στη νεραντζιά, το στόμα μου ενωμένο με εκείνο τής Φαίδρας, το αριστερό μου χέρι στα πλούσια ξανθά μαλλιά της, κι είχε τρέξει να με «φτύσει». Το παιχνίδι είχε τελειώσει.
        Δεν την ξαναείδα παρά τέσσερα-πέντε χρόνια αργότερα, στο κέντρο τής Αθήνας. Είχε επιστρέψει στην Ελλάδα μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, και ζούσε μαζί με την μητέρα της στο Κολωνάκι. Έκανε πως δεν με γνώριζε, γιατί, όπως τουλάχιστον μού εξομολογήθηκε κατόπιν, μ’ είχε περάσει για έναν άλλον, αντιπαθητικό γνωστό της. Βρισκόμασταν κάπου στην Ομόνοια. Εντελώς αναπάντεχα, ξέσπασε καταρρακτώδης βροχή. Τρέξαμε να βρούμε καταφύγιο στο κατώφλι ενός νεοκλασσικού κτιρίου εκεί κοντά, και περάσαμε μισή ώρα παρακολουθώντας το νερό να πέφτει ασταμάτητα, με μανία, ενώ ανταλλάσαμε νέα από τα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από την τελευταία μας, επεισοδιακή συνάντηση. Προσπαθούσα να την κάνω να γελάσει, ελπίζοντας να ξανακερδίσω έτσι την εύνοιά της˙ εκείνη ήταν απλά εκείνη, η πανέμορφη συνέχεια που υποσχόταν το εντυπωσιακό πρόσωπο τών έντεκα Μαΐων. Συναντηθήκαμε πολλές φορές μετά από εκείνο το βροχερό απόγευμα, και από ένα σημείο και μετά, συναντιόμασταν σχεδόν καθημερινά, πάντα, όμως, στο κέντρο, εξαιρετικά σπάνια στο Χαλάνδρι, και ποτέ στη γειτονιά μου, γιατί ο Φιλέρης, ισχυριζόταν εκείνη, θα το έφερε βαρέως, αν καταλάβαινε πως η κόρη του ερχόταν ως εκεί για μένα κι όχι για τον ίδιο.
            Μόνο μια φορά την έπεισα να έρθει ως τη γειτονιά μου. Ήταν αργά κι ήλπιζε πως οι δικοί της θα κοιμούνταν. Έκανε κρύο στο παλιό, ερημωμένο σπίτι, που η στέγη του είχε καταρρεύσει. Βολευτήκαμε στα ξερά χόρτα, με το μπουφάν μου για κουβέρτα. Ήταν συγκλονιστική η αίσθηση τού ν’αγγίζεις αυτό το κορμί, τα μακριά, λεπτά πόδια, τον απαλό λαιμό, τα χυμώδη χείλη. Έβγαλε την μπλούζα της και μ’άφησε να χαϊδέψω το στήθος της. Αργότερα, ξάπλωσε πίσω. Δεν ήθελε να λύσω τα μαλλιά της, για να μην γεμίσουν κλωνάρια.
            Το βράδυ τού πάρτι, μετά τον υποτιθέμενο καυγά με το Γιάννη, έκανε πως δεν με ήξερε. Μείναμε μαζί για τρεις μήνες ακόμα και μετά τέλος. Απέφευγε να απαντάει στα τηλεφωνήματά μου, απέφευγε να ανεβαίνει στο Χαλάνδρι, για να δει τον πατέρα της. Δύο χρόνια αργότερα, έφυγε για σπουδές στη Γαλλία κι έμεινε εκεί σχεδόν μια δεκαετία, ώσπου γνώρισε τον ηλίθιο που παντρεύτηκε. Την έπεισε να γυρίσουν στην Ελλάδα, και τώρα έμεναν σε μια «σπιταρόνα» στη Βάρη.
            Μού έλειπε όλα αυτά τα χρόνια, και υπήρχαν φορές που δεν μπορούσα καν να πιστέψω ότι την είχα δική μου, έστω για εννιά-δέκα μήνες. Τώρα, δεν μπορούσα να την ξανακερδίσω ποτέ, και θα έμενα με την Γιάννα ή με οποιαδήποτε ανεπαρκή Γιάννα.
            Εν είδει τελευταίου αποχαιρετισμού, προσπάθησα, εκείνο το απόγευμα, ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, με την Γιάννα να έχει κουρνιάσει ανυποψίαστη στο πλευρό μου, να ξαναζήσω από την αρχή τη νύχτα στο ερείπιο, το φως από το δρόμο που έπεφτε στο πρόσωπό της, τα απαλά της χέρια, τους λείους της ώμους, τα συγκρατημένα της βογγητά –ο πατέρας της καραδοκούσε στο διπλανό σπίτι-, την ευτυχία που μού προκαλούσε το να βρίσκομαι επιτέλους μέσα της. Αλλά δεν ήταν αρκετό. Η νοσταλγία δεν αποδίδει ποτέ καρπούς˙ το καταφύγιο που σού παρέχει καταρρέει σχεδόν αμέσως και σε αφήνει ξανά εκτεθειμένο.  

                                                                                                                   

Η φωνή τής μητέρας μου από τον διάδρομο με ξύπνησε ξαφνικά από τις ονειροπολήσεις μου, ακριβώς όπως οι κραυγές απελπισίας τών παιδιών, το βράδυ που ο Πέτρος είχε ανακαλύψει την κρυψώνα μου. Η Γιάννα σηκώθηκε από πάνω μου και μαζί κατεβήκαμε στο ισόγειο.