Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Δισκοφρένεια: Sun Kil Moon - Benji

Ακούγοντας το Transformer του Λου Ριντ, λίγο μετά τον θάνατό του, πίστευα πως δεν θα γραφτεί ξανά ένας δίσκος τόσο γεμάτος από «ζωντανούς» χαρακτήρες, τόσο πλήρης σε ανθρώπινες ιστορίες – μέχρι που άκουσα το Benji του Sun Kil Moon. Δεν συγκρίνω τους δύο δίσκους, ούτε προσπαθώ να αμφισβητήσω την ιστορική αξία του δεύτερου σόλο δίσκου του Λου Ριντ – απλά προσπαθώ να τονίσω την κυριαρχία του στοιχείου της ανθρωπιάς στον καινούριο δίσκο του Μαρκ Κόζελεκ. Το Benji είναι γεμάτο από αναφορές του Κόζελεκ σε ανθρώπους που γνώρισε, σε ιστορίες που έζησε, τόσο απλές και όμως τόσο συνταρακτικές που δεν θα μπορούσε να τις έχει επινοήσει (έτσι μου αρέσει να πιστεύω, τουλάχιστον).
            Στο Benji, οι στίχοι είναι ο απόλυτος κυρίαρχος. Αυτό σημαίνει, ευτυχώς ή δυστυχώς, πως στα περισσότερα τραγούδια η μουσική περνά σε δεύτερη μοίρα, πως αποτελεί απλά το πρόσχημα για να αφηγηθεί ο Κόζελεκ τις ιστορίες του. Οι μελωδίες δεν είναι κακές, αλλά είναι απλώς τόσο καλές ώστε να μην ενοχλούν. Αυτό που δείχνει να έχει σημασία για τον δημιουργό είναι να πει αυτά που έχει να πει.
            Δεν ξέρω τι τον ώθησε σε μια τέτοια εξομολογητική διάθεση, σε μια τέτοια α λα Προυστ επανεξέταση της ζωής του και των ανθρώπων που πέρασαν από αυτή, αλλά είναι παρήγορο το ότι βρήκε το θάρρος να φέρει το όλο σχέδιο σε πέρας. Από τον δίσκο παρελαύνουν χαρακτήρες όπως η δεύτερη ξαδέρφη του η Carissa (στο εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου), μια γυναίκα που ζούσε μια κανονική ζωή αλλά πέθανε εντελώς ξαφνικά και για την οποία ο Κόζελεκ θέτει στόχο να κάνει το όνομά της γνωστό, ο πατέρας και η μητέρα του, η μεν για τη στοργή της ο δε για τα μαθήματα που του δίδαξε, η Micheline, που το μυαλό της δεν δούλευε τόσο γρήγορα, και που ο πρώτος της γκόμενος της έκλεψε όλα τα λεφτά της Πρόνοιας, ο Μπρετ που έπαθε ανεύρυσμα από τραβηγμένο νεύρο, λόγω του τρόπου που κρατούσε τις μπαρέ συγχορδίες στην κιθάρα, ο ανάπηρος Μπίλυ που έμαθε στον Κόζελεκ τον σεβασμό, οι πρώτοι του δάσκαλοι στην κιθάρα, το παιδί που ο Κόζελεκ έσπασε στο ξύλο στο σχολείο – γεγονός για το οποίο, όπως λέει, μετανιώνει και θα μετανιώνει όλη του τη ζωή -, ο αλμπίνος που κάθισε δίπλα του στο νηπιαγωγείο κι ο Κόζελεκ έβαλε τα κλάματα (μέχρι που ο πατέρας του τού έβαλε να ακούσει το “They Only Come Out At Night” του Edgar Winter), ο άνθρωπος που πρόσφερε στον Κόζελεκ το πρώτο του δισκογραφικό συμβόλαιο, η γιαγιά του που υπέφερε στον πρώτο της γάμο αλλά όχι και στον δεύτερο και που τα παιδιά της τής στάθηκαν όταν οι γιατροί της διέγνωσαν καρκίνο, οι δίσκοι που άκουσε, οι ταινίες που είδε, τα τραγούδια που έγραψε και τόσες άλλες λεπτομέρειες. Μία ολόκληρη ζωή περνά από μπροστά μας με τον πιο λιτό, τον πιο ουσιώδη τρόπο.

            Ένας πλούσιος δίσκος.  

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

Παρουσίαση Ελληνικής Ασφυξίας στον Μωβ Σκίουρο, 28/3/2014

Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων και το βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος παρουσιάζουν το μυθιστόρημα του Ηλία Νίσαρη "Ελληνική Ασφυξία", την Παρασκευή 28/3/2014, στις 7 το απόγευμα. Για το βιβλίο θα μιλήσουν η Άννα Καρακατσούλη, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο μπλόγκερ Κωνσταντίνος Νικολόπουλος και ο συγγραφέας. Γνωστοί ηθοποιοί θα διαβάσουν αποσπάσματα από το βιβλίο. Βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος, Πλατεία Καρύτση 3. Θα χαρούμε να σας δούμε.



Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Ανθρωποφύλακες, του Περικλή Κοροβέση

Η φράση «πιο επίκαιρο από ποτέ» είναι από τις πιο πολυφορεμένες των τελευταίων ετών, σε τέτοιο βαθμό που ακόμα και η πιο απλή και λιτή ερωτική ιστορία να διαφημίζεται ως μια αλληγορία για την κρίση ή σαν ένας οδηγός εξόδου από αυτήν. Πόσα όμως από τα βιβλία που επανεκδόθηκαν τα τελευταία χρόνια ή από τα θεατρικά και μουσικά έργα που επανεκτελούνται στο πλαίσιο της οικονομικής, πολιτισμικής και ηθικής κρίσης αξίζουν όντως τον χαρακτηρισμό του επίκαιρου; Δεν μπορώ να σκεφτώ πολλά που να τον αξίζουν περισσότερο από το πρώτο βιβλίο που έγραψε ποτέ ο Περικλής Κοροβέσης και που επανεκδόθηκε πρόσφατα από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.
            Οι «Ανθρωποφύλακες» είναι, ως γνωστόν, το χρονικό της σύλληψης του Κοροβέση, τον πρώτο χρόνο της χούντας, και των βασανιστηρίων που υπέστη, πρώτα στην Ασφάλεια και έπειτα στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Και γιατί είναι επίκαιρη μια τέτοια ιστορία; Για τον απλούστατο λόγο ότι, όσο προχωρά ο εκφασισμός της ελληνικής κοινωνίας, τόσο πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας τι προηγήθηκε και τι μπορεί να συμβεί ξανά. Το βιβλίο αυτό πρέπει να το διαβάσουν πρώτα και κύρια όλοι όσοι λένε, ελαφρά τη καρδία, πως στα χρόνια της δικτατορίας όλα ήταν μέλι-γάλα, πως κανείς δεν υπέφερε, πως είχαν όλοι την ησυχία τους, και περιδιαβαίνοντας τούτο τον εφιάλτη, τον τόσο αληθινό, ίσως καταλάβουν πόσο κινδυνεύουν ακόμα και οι ίδιοι από τις πολιτικές που (υπο)στηρίζουν.  
            Ο Κοροβέσης γράφει λιτά, χωρίς πολλές φιοριτούρες, με μια ακρίβεια και μια οικονομία λόγου αξιοζήλευτη, που παραπέμπει σε αμερικανούς συγγραφείς άλλων λογοτεχνικών ειδών (στον Τζακ Λόντον, για παράδειγμα, ή στους δύο μεγάλους Ρέιμοντ, τον Κάρβερ και τον Τσάντλερ). Δεν προσπαθεί να κάνει μελό την αφήγησή του, η δύναμη, ωστόσο, της πένας του είναι αρκετή για να προσδώσει ένα πολύ ειδικό, πολύ έντιμο βάρος στις περιγραφές του.  

            Ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας. 

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Είναι ωραία στο Ξενοδοχείο Grand Budapest

Όσο περνά ο καιρός, ο Γουές Άντερσον γίνεται όλο και πιο λεπτολόγος, χτίζοντας το δικό του παστέλ σύμπαν, με όλο και πιο εκκεντρικούς χαρακτήρες και μια αυξανόμενη, αλλά συνάμα ευχάριστη αποστασιοποίηση της κάμερας. Οι δε ταινίες του αξίζουν, όσο περνά ο καιρός, όλο και περισσότερο τον τίτλο του κομψοτεχνήματος, ακριβώς λόγω αυτής της λεπτολογίας.
            Όλα αυτά τα στοιχεία, της λεπτολογίας, της κομψότητας, της συμπαθητικής εκκεντρικότητας φτάνουν στο απόγειό τους στην τελευταία ταινία του τεξανού σκηνοθέτη, το Grand Budapest Hotel. Σε αυτήν την ταινία γνωρίζει το επιστέγασμά της αυτή η καλώς εννοούμενη μανιέρα που ξεκίνησε υποκριτικά από την αρχή της καριέρας του Άντερσον, αλλά οπτικά και εικαστικά από την ταινία The Life Aquatic with Steve Zizou. Η προσεγμένη φωτογραφία, η έξοχη καλλιτεχνική διεύθυνση, η προσήλωση στην ελάχιστη λεπτομέρεια του οπτικού μέρους της ταινίας εδώ βρίσκουν την αποθέωσή τους, έτσι που ούτε ένα πλάνο να μην είναι χωρίς εικαστική αξία και ούτε μια κίνηση της κάμερας να μην είναι σωστή και καλαίσθητη.
            Όλα αυτά, όμως, δεν θα είχαν καμία αξία, αν ο Τεξανός δεν είχε να αφηγηθεί μια σπουδαία ιστορία. Κι αυτό ακριβώς μας παραδίδει εν προκειμένω, ένα πολύπλευρο παραμύθι γεμάτο χιούμορ, ένταση, ανατροπές και, φυσικά, το αναμενόμενο ευτυχισμένο τέλος, δοσμένο με δυναμική, στυλ και τη συνήθη εκκεντρικότητα (πάλι αυτή η λέξη) από το σύνολο του καστ του, με προεξάρχοντες τους δύο πρωταγωνιστές, τον Ρέιφ Φάινς και τον Τόνι Ρεβολόρι.

          Δεν μπορώ να μη σκεφτώ την περίπτωση ενός άλλου Αμερικανού σκηνοθέτη, του Χαλ Χάρτλι, που στα τέλη της δεκαετίας του χίλια εννιακόσια ενενήντα είχε καταφέρει ένα παρόμοιο απόγειο της μανιέρας που ο ίδιος είχε σμιλέψει μέσα από τις προηγούμενες ταινίες του: το επιστέγασμα της τέχνης του, που έφερε τον τίτλο Henry Fool. Καμία από τις ταινίες που ακολούθησαν για τον Νεοϋορκέζο σκηνοθέτη δεν μπόρεσαν να επαναλάβουν τον καλλιτεχνικό και εμπορικό θρίαμβο εκείνου του φιλμ. Ας ελπίσουμε πως δεν θα συμβεί το ίδιο και με τον Γουές Άντερσον.   

Δισκοφρένεια: Auteurs - New Wave

Θέλει κότσια να ονομάζεις τον πρώτο σου δίσκο (οποιονδήποτε δίσκο, εδώ που τα λέμε, αλλά ειδικά τον πρώτο) New Wave, προσδιορίζοντας έτσι τον εαυτό σου ως το νέο κύμα της μουσικής, ειδικά σε μια εποχή όπου δεν υπήρχε στην ουσία μια ξεκάθαρη κυρίαρχη τάση – το 1993, το grunge είχε αρχίσει να αργοπεθαίνει και η Britpop και το trip hop δεν είχαν πάρει ακόμα τα πάνω τους. Το ότι ο δίσκος αυτός, το ντεμπούτο των Auteurs, δεν κατάφερε να επιβάλει ως κυρίαρχο το μουσικό ιδίωμα που ευαγγελιζόταν, δεν αφαιρεί τελικά τίποτα από το μεγαλείο του και μάλλον αποδεικνύει πως η ιδιοφυία του Luke Haines δεν ήταν απλά μπροστά από την εποχή της, αλλά έξω από κάθε τάση και περίοδο. Ίσως τελικά ο Χέινς να ζούσε και δρούσε πάντα σε ένα παράλληλο σύμπαν, το οποίο χρειαζόταν πνευματικός μόχθος και συγκέντρωση προκειμένου να επισκεφτείς, να εκτιμήσεις και τελικά να κατοικήσεις. Ένας κόσμος μελωδιών που ήταν εύπεπτες αρκεί να τους το επέτρεπες – καθώς δεν έμοιαζαν με οτιδήποτε είχες ακούσει μέχρι τότε – και στίχων απρόβλεπτων, βρώμικων, πικρόχολων και απρόσμενα αστείων (“I want to kill your sister/ with some business advice”), στίχων από την πένα κάποιου που δεν τα έχει καλά ούτε με τον εαυτό του ούτε με όλους τους άλλους – και ευτυχώς.
       Ο Χέινς σε όλη του την καριέρα, ήδη από τον πρώτο του δίσκο, θέλει να κάνει έξυπνη ποπ, αλλά με τους δικούς τους όρους, έξυπνη ποπ όπως την καταλαβαίνει εκείνος. Δείχνει να μισεί την επικρατούσα άποψη για το τι είναι όμορφο και ευφυές και καλαίσθητο (εξ ου και η αποστροφή του για τους Μπιτλς) και θέλει να την ανατρέψει, προτείνοντας, σε αντιδιαστολή, τη δική του εκδοχή. Αυτός εδώ ο δίσκος είναι μια πρώτη -χορταστική - επαφή με την βιτριολική του πένα και τη μουσική του δεινότητα.        
         Το New Wave των Auteurs, όπως λέγανε κάποτε και τα αγγλικά μουσικά περιοδικά “failed to set the charts alight”, και σε αυτές τις μέρες μετα-χιπστεριάς που διανύουμε δεν γίνεται καν λόγος για αυτό. Κι όμως, άντεξε στη δοκιμασία του χρόνου πολύ καλύτερα από άλλα βρετανικά κιθαριστικά άλμπουμ εκείνης της εποχής. Είναι το είδος του άλμπουμ που σε αναγκάζει να το επισκεφτείς ξανά και ξανά, να το ακούσεις μόνος σου (κυρίως μόνος σου) και να βαλθείς να το αναλύσεις κάθε φορά από την αρχή και να προσπαθήσεις να καταλάβεις τι είναι αυτό που το κάνει τόσο σπουδαίο, έχοντας, εν τω μεταξύ εθιστεί ακόμα περισσότερο στον τόσο ιδιαίτερο, κοφτό, περιπετειώδη, σκοτεινά γκλαμ αλλά αντι-γκλαμουράτο ήχο του. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιανουάριο σε χορταστική επανέκδοση από την Cherry Red. Ακούστε το και θα καταλάβετε. 

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Δύο φιλόδοξα τσιγάρα

Ήταν κάποτε δύο τσιγάρα, φτιαγμένα το ένα μετά το άλλο, βαλμένα δίπλα-δίπλα στο ίδιο πακέτο. Υπήρχε κάτι παράξενο με την πάρτη τους. Ήταν σαν να ήξεραν πως η μοίρα τους ήταν ξεχωριστή, πως θα έπαιζαν κάποιο σπουδαίο ρόλο στην ιστορία του ανθρώπου που θα τα κάπνιζε. Κατάλαβαν αμέσως πως είχαν παρόμοιες φιλοδοξίες το ένα με το άλλο και έπιασαν, ενώ το πακέτο ήταν ακόμα κλειστό, μια παράξενη, άσπονδη φιλία. Συζητούσαν συνέχεια για τα όνειρά τους, προσπαθώντας να καπελώσουν το ένα το άλλο, ενώ τα υπόλοιπα τσιγάρα τα άκουγαν υπομονετικά, περιμένοντας απλώς να αγοραστούν και να καπνιστούν.
            Τελικά, το πακέτο κατέληξε σε ένα περίπτερο. Πέρασαν κάποιες μέρες προτού να αγοραστεί. Το αγόρασε ένας μελαγχολικός άνθρωπος, που τα τσιγάρα σύντομα συνειδητοποίησαν πως δεν έστεκε και πολύ στα καλά του – ήταν ποιητής. Το κατάλαβαν επειδή τον συνόδευε ένας δημοσιογράφος, που τον ρωτούσε ερωτήσεις και τον τράβαγε φωτογραφίες.
            Ο ποιητής άνοιξε το πακέτο με μια αχρείαστα βίαιη κίνηση. Το πρώτο τσιγάρο το πρόσφερε στον δημοσιογράφο. Δεν ήταν κάποιο από τα δύο ονειροπόλα. Οι δύο άνθρωποι βάλθηκαν ξανά να μιλούν, ενώ περιδιάβαιναν τους δρόμους της συνοικίας του Μακρυγιάννη. Κάποια στιγμή, ο δημοσιογράφος ζήτησε από τον ποιητή να κοντοσταθεί, προκειμένου να τον τραβήξει μια φωτογραφία. Του ποιητή του ήρθε η ιδέα να βάλει ένα τσιγάρο στο στόμα του, γιατί πίστευε πως έτσι θα έδειχνε πιο γοητευτικός, πιο νουάρ, πιο ποιητής. Άνοιξε το πακέτο και το τσιγάρο που έβγαλε τελικά ήταν το ένα από τα δύο που είχαν μεγάλα σχέδια για τον εαυτό τους. Το άναψε και το έβαλε στα αναιμικά του χείλη. Το τσιγάρο άρχισε να καίγεται από τη φωτιά του αναπτήρα, την ίδια ώρα, όμως, καιγόταν και από την ηδονή που του προκαλούσε η γνώση πως είχε πετύχει το σκοπό του, πως χάρη σε αυτή τη φωτογραφία είχε περάσει στην αιωνιότητα και δεν ήταν πια ένα απλό τσιγάρο. Δεν μπορούσε, προτού να σβήσει για πάντα, να μην το χτυπήσει στον αντίζηλό του. Τα τελευταία του λόγια, προτού να αποκαεί, ειπωμένα στην γλώσσα που μόνο τα τσιγάρα μπορούσαν να ακούσουν και να καταλάβουν, απευθύνονταν στο άλλο φιλόδοξο τσιγάρο και ήταν τα εξής:
            -Εγώ τα κατάφερα, εσύ θα ξεχαστείς.
            Το άλλο τσιγάρο δεν μπορούσε να πει τίποτα. Είχε σκάσει από τη ζήλεια του. Περίμενε έστω να καπνιστεί γρήγορα και να απαλλαγεί έτσι από τη θλιβερότητα μιας ύπαρξης συνηθισμένης.
Αλλά αυτό δεν συνέβη παρά ώρες αργότερα. Όταν πια η συνέντευξη τελείωσε, ο ποιητής αποσύρθηκε στο ταπεινό του σπίτι. Κάπνισε ένα ακόμα τσιγάρο, που δεν ήταν το εναπομείναν φιλόδοξο, κι έπεσε για ύπνο, κουρασμένος καθώς ήταν από το μεθύσι της προηγούμενης βραδιάς και το πρωινό ξύπνημα ελέω της συνέντευξης.
Όταν πια ξαναξύπνησε, είχε πάει βράδυ. Αποφασισμένος να δουλέψει πάνω στην τέχνη του, έστω κι αν η ώρα ήταν προχωρημένη, έφτιαξε καφέ και κάθισε στο γραφείο του. Δεν του ερχόταν, όμως, τίποτα. Αποφάσισε να ανάψει τσιγάρο. Πήρε από το πακέτο που είχε αγοράσει εκείνο το πρωί το τελευταίο φιλόδοξο τσιγάρο και το άναψε.
Μα, φέρνοντάς το στα χείλη του, θυμήθηκε κάποτε που μια όμορφη κοπέλα του είχε ζητήσει τσιγάρο σ’ ένα μπαρ κι εκείνος δεν είχε να της δώσει, καθότι εκείνη την περίοδο είχε κόψει προσωρινά το κάπνισμα. Το έφερνε συχνά στη μνήμη του αυτό το επεισόδιο, διότι του φαινόταν πως η κοπέλα είχε χρησιμοποιήσει το τσιγάρο σαν πρόφαση για να πάει να του μιλήσει και πως αν εκείνος είχε να της προσφέρει αυτό που του ζητούσε, θα μπορούσαν να έχουν πιάσει την κουβέντα και να έχουν καταλήξει εραστές. Ενώ τώρα, ήταν μόνος του, αναγκασμένος να δουλεύει και μόνο.
Έγραψε ένα ποίημα, μιαν ελεγεία για τις χαμένες ευκαιρίες και τα μάταια καπνισμένα τσιγάρα. Και όταν το τελείωσε και το ξαναδιάβασε, κατάλαβε πως ήταν ό,τι καλύτερο είχε γράψει ποτέ του. Έκανε μια γελοία σκέψη – μια σκέψη ευγνωμοσύνης προς το τσιγάρο που του είχε δώσει την ιδέα.
Το ποίημα, μαζί με όλα όσα έγραψε μετά από αυτό ο νεαρός ποιητής, σημείωσε τεράστια επιτυχία κι ο ίδιος θεωρούσε πως τα χρωστούσε όλα στο πρώτο τσιγάρο που κάπνισε εκείνο το σπουδαίο για τη ζωή του, παρότι βυθισμένο στη σιωπή, βράδυ. Και χρόνια αργότερα, ενώ όλοι τον θυμούνταν με το τσιγάρο στο στόμα, στη φωτογραφία που είχε τραβήξει ο δημοσιογράφος στα στενά του Μακρυγιάννη, εκείνος θυμόταν τον εαυτό του να καπνίζει το τσιγάρο που είχε αλλάξει, στην ουσία, όλη του την υπόσταση.

Στον παράδεισο των ειδών καπνιστού, το δεύτερο τσιγάρο είχε κάθε λόγο να νοιώθει πιο περήφανο και πιο φτασμένο από το πρώτο. 

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Τίτλοι για διηγήματα που δεν θα γραφτούν ποτέ # 5

Ζητείται λαθραναγνώστης
Το σκυλί που ξέχασε πώς γαβγίζουν
Κατ' εικόνα περιορισμός
Vulgar Valentine
Ο καθωσπρέπει πανκ
Άπληστος για βιβλία
Τρέχοντας στην ομίχλη
Ρώτησα τον Χρόνο
Ο ποδοσφαιριστής που δεν ήξερε να οδηγεί
Ονειρεύτηκα πως δεν ονειρευόμουν
Τα δάκρυα του κυρίου Π.
Χαρμολύπης και Ψευδαληθείας γωνία

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Ένα απόσπασμα από την Ελληνική Ασφυξία

Για τη Νίνα, το πιο γλυκό όνειρο, η ιδεατή κατάσταση ήταν αυτή της ασφάλειας. Η ανάγκη της να νοιώθει ασφαλής ήταν πάντοτε ισχυρή, αλλά μετά τα εννιά της χρόνια πήρε μιαν άλλη διάσταση· έγινε το υπέρτατο αγαθό. Στα εννιά της χρόνια η Νίνα έχασε την οικογένειά της. Συνέβη σ’ ένα ταξίδι με το αυτοκίνητο στην Ιταλία. Το ταξίδι είχε ενθουσιάσει το κορίτσι και τον αδερφό του, τον Ιάσονα. Είχαν βγει κι άλλη φορά πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας, όμως, αυτή ήταν η πρώτη φορά που πήγαιναν στην Ιταλία, και, μάλιστα, οδικώς. Η αρχιτεκτονική και τα ρούχα, η μουσικότητα της γλώσσας, η μεσογειακή ομορφιά του τοπίου και των ανθρώπων, όλα αυτά είχαν ενθουσιάσει την εννιάχρονη δεσποινίδα Σιμοπούλου. Ήταν, όμως, και κάτι άλλο: ήταν η θέα του πατέρα της στο τιμόνι και της μητέρας της δίπλα σε αυτόν. Αυτή η εικόνα της γεννούσε μια υπέροχη αίσθηση ζεστασιάς, την έκανε να νοιώθει πλήρης κι ευτυχισμένη. Κι αυτό χάθηκε σε μια στιγμή. Είχαν φύγει από τη Βενετία και κατευθύνονταν στη Φλωρεντία. Συζητούσαν για το αν θα σταματούσαν στην Μπολόνια. Κάποια στιγμή η Νίνα αποκοιμήθηκε στη δική της πλευρά του πίσω καθίσματος. Ξύπνησε μέσα στα συντρίμμια, νοιώθοντας ένα ξένο χέρι να προσπαθεί να την τραβήξει έξω. Γύρω της, άνθρωποι μιλούσαν σε μια ακατανόητη γλώσσα. Τελικά την τράβηξαν έξω και το κορίτσι κατάλαβε τι είχε συμβεί. Μια νταλίκα είχε πέσει πάνω στο αμάξι τους. Οι δικοί της είχαν γλυτώσει, όμως, έτσι; Έτσι; Ένας πυροσβέστης, ψηλός και ξανθός, έφερε τα χέρια του στους ώμους της και την ρώτησε κάτι στην αστεία, ακαταλαβίστικη γλώσσα του. «Je suis Grecque» του φώναξε η μικρή και τίναξε τα χέρια του μακριά. Άρχισε να φωνάζει τον πατέρα της και τη μητέρα της, τον μικρό της αδερφό. Νόμισε πως είδε τον πατέρα της κι έτρεξε κοντά του, μόνο και μόνο για να καταλάβει πως ήταν κάποιος άλλος. Ο άγνωστος της χαμογέλασε και ανασήκωσε τους ώμους. Η Νίνα βάλθηκε να τρέχει ξανά γύρω-γύρω από τα κατεστραμμένα αμάξια, ψάχνοντας και φωνάζοντας, με τα δάκρυα πια να ξεχειλίζουν. Καταλάβαινε πια, αλλά δεν σταμάτησε να ελπίζει. Τελικά, ένοιωσε και πάλι κάποιον να την αρπάζει. Ήταν μια αστυνομικίνα· όμορφη και με γλυκό χαμόγελο, της είπε κάτι που περιείχε τις λέξεις μάμα και πάπα. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο σημείο όπου ήταν σταματημένα δύο ασθενοφόρα. Ένας νοσοκόμος περιποιήθηκε τις πληγές του κοριτσιού, και την ίδια στιγμή η συμπαθητική αστυνομικίνα γονάτισε δίπλα της και άρχισε να της μιλάει σε έναν τόνο μητρικό. Η Νίνα δεν ήταν ηλίθια, αλλά δεν ήθελε να καταλάβει. Την έπιασαν τα κλάματα, την έπιασαν για τα καλά. Έκανε να σηκωθεί και να φύγει, αλλά ο νοσοκόμος την εμπόδισε. Το κορίτσι άρχισε να ουρλιάζει. Η αστυνομικίνα έκανε νόημα σε έναν άλλο νοσοκόμο, που έφερε με τη σειρά τρία φορεία: σε καθένα από αυτά κειτόταν παραμορφωμένο, γεμάτο αίματα, νεκρό ένα από τα μέλη της οικογένειάς της. Ένα πελώριο, ασυγκράτητο κύμα απόγνωσης έπνιξε το μικρό κορίτσι. Ένοιωσε πια τόσο μόνη που κόντευε να τρελαθεί. Σταμάτησε να κλαίει, σταμάτησε να φωνάζει, σταμάτησε ακόμα και να κινείται. Απόμεινε εκεί με τα μάτια της ορθάνοιχτα, να αναπνέει από το στόμα. Ένοιωσε κάποιον να την αγκαλιάζει, αλλά δεν την ένοιαξε. Τέλος η ζεστασιά.
Την πήγαν στην Μπολόνια, στο νοσοκομείο. Την έβαλαν σε ένα μονόκλινο δωμάτιο στο ισόγειο του κτηρίου και την ανάγκασαν να πάρει ένα χάπι. Η Νίνα προσπάθησε να αντισταθεί, αλλά τελικά το κατάπιε. Έπειτα της σέρβιραν φαγητό. Τα μακαρόνια τους δεν έμοιαζαν καθόλου με τα ελληνικά, και η Νίνα δεν έφαγε πολύ.
Η αστυνομικίνα έμεινε δίπλα της. Συνέχισε να της χαμογελάει γλυκά, αλλά η Νίνα δεν μπορούσε και δεν ήθελε να δώσει σημασία. Κάποια στιγμή πέρασε ένας γιατρός. Ήταν ψηλός και φαλακρός κι έδειχνε κάπως κουτός. Της μίλησε σε μια άγνωστη στο κορίτσι γλώσσα. Η Νίνα μάντεψε πως ήταν αγγλικά, αλλά δεν την ενδιέφερε. Την απασχολούσε μόνο πως θα συνέχιζε τη ζωή της. Δεν είχε πια γονείς. Θα την έστελναν στο ορφανοτροφείο. Θα έτρωγε μισές μερίδες, θα της έπαιρναν τις κούκλες της και τα βιβλία της, θα της έκοβαν το αρμόνιο. Θα τη χτυπούσαν συνέχεια και θα την έβαζαν τιμωρία. Η ζωή της θα μετατρεπόταν σε ένα ατέλειωτο μαρτύριο. Πόσα χρόνια θα της έπαιρνε να μάθει ιταλικά;
Δεν ήταν αλήθεια, ε; Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να παύει να υπάρχει έτσι, από την μία στιγμή στην άλλη. Ο πατέρας της ήταν δυνατός, ήταν ζωντανός, σε λίγο θα ερχόταν να την πάρει. Ήταν απλώς ένα από τα αστεία του Ιάσονα, όπως όταν της έκρυβε τις κούκλες ή όπως όταν της έλεγε πως ο Πέτρος δεν είναι ξάδερφός της. Ο Πέτρος. Δεν θα ξανάβλεπε τον Πέτρο. Δεν θα ξανάβλεπε τον Στέλιο και τον θείο Παντελή. Άρχισε να κλαίει, όχι για τον πατέρα της αλλά για το θείο της. Είχε χάσει πια τα πάντα, είχε χάσει τον ίδιο της τον εαυτό. Ποτέ ξανά δε θα ένοιωθε ασφαλής.
Αμέσως μετά την έπιασαν οι τύψεις· που είχε αποκοιμηθεί· που δεν τους είχε χαιρετήσει· που δεν είχε πεθάνει μαζί τους. Αναρωτήθηκε πώς πεθαίνει κάποιος, πώς θα μπορούσε να βάλει τέρμα στη ζωή της. Αναρωτήθηκε πώς να είναι ο Παράδεισος. Φαντάστηκε τους αγγέλους να κατεβαίνουν στη γη, να παίρνουν από το χέρι τους δικούς της κι όλοι μαζί να πετάνε προς τον ουρανό. Θα τους υποδέχονταν τόσο γλυκά, τόσο τρυφερά, με χαμόγελα φωτεινά, και θα τους έδιναν φτερά. Θα έστελναν τον πατέρα της πίσω στη γη, για να τη φυλάει για πάντα.
Κι αν αυτό δεν γινόταν; Ο Πέτρος έλεγε πως δεν υπάρχει Παράδεισος. Ο εξυπνάκιας. Άρα θα έμενε μόνη της για πάντα, απροστάτευτη, αδύναμη, μικρή.
Ο γιατρός συνέχιζε να μιλάει, αλλά η Νίνα δεν τον καταλάβαινε. Στο σχολείο της τής μάθαιναν μόνο γαλλικά. Γύρισε στην αστυνομικίνα και είπε: «Français». Η γυναίκα δεν κατάλαβε. Ζήτησε από τη Νίνα να επαναλάβει. Η Νίνα επανέλαβε και τότε η άλλη συνειδητοποίησε τι εννοούσε το κορίτσι. Εξήγησε στον γιατρό, που ανασήκωσε τους ώμους του και πήρε μια ηλίθια έκφραση απορίας και άγνοιας. Τελικά, είπε κάτι που η Νίνα δεν το κατάλαβε κι έπειτα έφυγε, άπραγος κι ακόμα πιο ανόητος.
Πέρασε κάνα μισάωρο. Η αστυνομικίνα προσπαθούσε να πιάσει κουβέντα στο κορίτσι. «Io, Angela», είπε κι έφερε τα χέρια της στο στέρνο της. «Tu?» έκανε μετά δείχνοντας τη συνομιλήτριά της. Η Νίνα, που κατέβαλλε προσπάθεια να μείνει ήρεμη και ένοιωθε λίγο ζαλισμένη, είπε το δικό της όνομα. Παρατήρησε την αστυνομικίνα. Είχε κατσαρά μαλλιά που ασφυκτιούσαν κάτω από το πηλίκιό της, κατάλευκη επιδερμίδα, μύτη ελαφρώς μυτερή αλλά και γοητευτική, ελαφρώς μυτερό πηγούνι και έξυπνα μελιά μάτια. Ήταν μια από τις πιο όμορφες γυναίκες που είχε δει ποτέ της η Νίνα. Με τη  μητέρα της και τη θεία της τη Μαρία συνήθιζαν να κουτσομπολεύουν τους άλλους, να γελάνε με την ασχήμια τους. Γι’ αυτήν δεν θα είχαν να πουν τίποτα. Ήταν ένας άγγελος.
Οι δυο τους συνέχισαν αυτή τη δύσκολη προσπάθεια συνεννόησης. Η Άντζελα έδωσε το πηλίκιό της στο κορίτσι και χαμογέλασε βλέποντάς τη να το φοράει. Η Νίνα κούρνιασε στο πλευρό της. «Μαμά», ψιθύρισε, και ίσως η άλλη να την άκουσε.
Κάποια στιγμή η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ένας αλλόκοτος κύριος. Ήταν κοντός, με χοντρά γυαλιά και φαλάκρα την οποία προσπαθούσε φέρνοντας τα μαλλιά του από το πλάι στην κορυφή του κεφαλιού του. Φορούσε καπαρντίνα και καρώ παντελόνι. Η μύτη του ήταν μεγάλη και τα χείλη του υγρά και σαρκώδη. «Καλημέρα», είπε, στα ιταλικά κι έπειτα στα γαλλικά. Πλησίασε το κρεβάτι όπου ήταν ξαπλωμένο το κορίτσι και βάλθηκε να του μιλάει στη γλώσσα του Μιτεράν. Ό,τι του έλεγε η Νίνα, τα μετέφραζε στα ιταλικά στην Άντζελα. Η Νίνα τον ενημέρωσε πως ήταν Ελληνίδα, πως ζούσε στην Αθήνα και πως είχε έρθει στην Ιταλία για διακοπές με την οικογένειά της. Έκανε να του εξηγήσει ποια μέρη είχαν επισκεφθεί, αλλά ο άντρας τη διέκοψε. Τη ρώτησε αν υπήρχε κάποιος στην Ελλάδα που θα μπορούσαν να τον ειδοποιήσουν. Άρα υπήρχε ελπίδα. Η Νίνα δεν θα έμενε για πάντα στην Ιταλία. Δεν θα κατέληγε στο ιταλικό ορφανοτροφείο. Το πρόσωπό της έλαμψε, καθώς μιλούσε στον ξένο για τον θείο της τον Παντελή. Ο άντρας τής ζήτησε το τηλέφωνό του κι εκείνη, που το θυμόταν απ’ έξω γιατί έπαιρνε να μιλάει είτε με τη θεία της είτε με τον Πέτρο, του το έδωσε. «Χρειάζεσαι κάτι άλλο;», τη ρώτησε μετά εκείνος. «Όχι», είπε το κορίτσι, χαμογελώντας για πρώτη φορά μετά από ώρες. Ο άγνωστος έφυγε. Χαρούμενη, η Νίνα αγκάλιασε ξανά την Άντζελα. Κι έπειτα την έπιασαν πάλι τα κλάματα.
Αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά της αστυνομικίνας, αλλά όταν ξύπνησε δεν τη βρήκε εκεί. Δεν ήταν πάντως μόνη της. Στο δωμάτιο υπήρχαν δύο άντρες. Ένας καραμπινιέρο, σχετικά ψηλός, με μουστάκι και μεγάλη κοιλιά, κι ένας γκριζομάλλης νεαρός, με φίνο κοστούμι και γυαλιά μυωπίας. Αυτός μίλησε στη Νίνα, όταν την είδε να ξυπνά. «Γεια σου, Αντωνία», της είπε, στα ελληνικά. «Με λένε Παύλο. Είμαι από το προξενείο. Πώς νοιώθεις;» Η Νίνα έμεινε για λίγο σιωπηλή. Μετά θυμήθηκε τι είχε συμβεί. Πήγε να βάλει τα κλάματα, αλλά συγκρατήθηκε. «Θέλω τον θείο μου», είπε τελικά. Ο Παύλος πλησίασε κι έφερε το χέρι του στον ώμο της. «Ο θείος σου έχει ειδοποιηθεί και θα είναι εδώ μέσα στο επόμενο εικοσιτετράωρο. Στο μεταξύ θα μείνω εγώ κοντά σου για ό,τι χρειαστείς.» Η Νίνα αδιαφόρησε. «Πού είναι η Άντζελα;» είπε μετά από μερικές στιγμές σιωπής που στον Παύλο φάνηκαν αιώνες. Ο νεαρός τη ρώτησε ποιαν εννοούσε και το κορίτσι του εξήγησε. «Α», έκανε εκείνος. Στράφηκε στον καραμπινιέρο και τον ρώτησε κάτι στα ιταλικά. Ο αστυνομικός τού απάντησε με ένα ύφος τόσο σοβαρό, που υπό άλλες συνθήκες η Νίνα θα είχε λυθεί στα γέλια, κι έπειτα ο Παύλος στράφηκε ξανά προς το κορίτσι εξηγώντας του πως η Άντζελα είχε γυρίσει σπίτι της. Η Νίνα έμπηξε τα κλάματα: «Θέλω την Άντζελα», βάλθηκε να φωνάζει, γρονθοκοπώντας ταυτόχρονα το στρώμα του κρεβατιού. Ο καραμπινιέρο πήρε μια κωμική έκφραση απορίας. Ο Παύλος φάνηκε πιο ψύχραιμος και πιο έτοιμος. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, άρπαξε το κορίτσι από τα μπράτσα και είπε: «Προσπάθησε να ηρεμήσεις! Η Άντζελα δεν είναι εδώ, αλλά δεν είσαι μόνη σου!» Η Νίνα ηρέμησε, αλλά τελικά του είπε: «Και πού ξέρεις εσύ αν νοιώθω μόνη μου;» Ο Παύλος δεν ήξερε τι να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, αλλά παράλληλα καταλάβαινε πως το κορίτσι θα έκανε κάμποση ώρα να ξαναχάσει την ψυχραιμία του. Ξεφύσηξε και σηκώθηκε ξανά όρθιος. Μειδίασε προς τον αστυνομικό, που στεκόταν προσοχή, λες και φύλαγε το προεδρικό μέγαρο. Έπειτα γύρισε και πάλι προς τη Νίνα. «Έμαθα, μιλάς γαλλικά», της είπε, αλλά το κορίτσι παρέμεινε μουτρωμένο. Βάλθηκε να της μιλά στα γαλλικά, και κάποια στιγμή εκείνη του απάντησε. Συνέχισαν να μιλάνε, ώσπου στο δωμάτιο μπήκε μια κυρία, σπρώχνοντας ένα καροτσάκι με πιάτα γεμάτα φαγητό. Ο καραμπινιέρο προσάρμοσε το κομοδίνο της Νίνας πάνω από το κρεβάτι της κι άφησε τη νεοφερμένη να σερβίρει το φαγητό. Η γυναίκα ακούμπησε το πιάτο στο έπιπλο, με ένα χαμόγελο κατανόησης στα χείλη, κι έφυγε. Το φαγητό ήταν κοτόπουλο με πουρέ πατάτας. Η Νίνα το καταβρόχθισε. Ο Παύλος την παρακολούθησε με ένα πατρικό χαμόγελο στα χείλη. Ωστόσο, μόλις το κορίτσι σήκωσε το βλέμμα από το πιάτο και τον είδε να της χαμογελά έτσι, έμπηξε και πάλι τα κλάματα. Η ανάμνηση του πατέρα της να της χαμογελά με έναν παρόμοιο τρόπο και η συνειδητοποίηση πως δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ, χαμογελαστό ή σκυθρωπό, την κατέθλιψε. Οι δύο άντρες δεν ήξεραν τι να κάνουν. Αλληλοκοιτάχτηκαν για μια στιγμή, ανασηκώνοντας τους ώμους, κι έπειτα ο Παύλος κάθισε ξανά στην άκρη του κρεβατιού κι αγκάλιασε το κορίτσι. Εκείνη χώθηκε στην αγκαλιά του, αλλά η ωραία μυρωδιά του και η αίσθηση του ακριβού υφάσματος στο μάγουλό της τής θύμισαν απλώς τον πατέρα της. Τον έδιωξε μακριά και του γύρισε την πλάτη. Κουλουριάστηκε στην άλλη πλευρά του κρεβατιού και συνέχισε να κλαίει μέχρι που την πήρε ο ύπνος.
Η νύχτα ήταν γεμάτη εφιάλτες. Η Νίνα έβλεπε στο όνειρό της αυτό που δεν είχε δει στην πραγματικότητα: τον θάνατο των δικών της ανθρώπων. Άλλες φορές έβλεπε πως ο πατέρας της είχε επιζήσει, αλλά μόλις έκανε να τον αγγίξει, ο Παύλος τον τραβούσε μακριά, τον πέταγε στο κενό κι έπειτα άπλωνε τα χέρια του για να την αγκαλιάσει. Είχε βγάλει τα γυαλιά του και το πρόσωπό του έλαμπε με ένα χαμόγελο διαβολικό. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν πως το κορίτσι ξυπνούσε και έβλεπε τον άντρα εκεί, ξαπλωμένο στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, να λαγοκοιμάται. Η Νίνα γύριζε πλευρό και προσπαθούσε να κοιμηθεί ξανά, αλλά μετά από λίγο ξυπνούσε, αναστατωμένη από έναν νέο εφιάλτη. Τελικά, όταν πια ξημέρωνε η νέα μέρα, μπόρεσε να κοιμηθεί για δύο συνεχόμενες ώρες, αλλά ο ύπνος της ήταν ανήσυχος και κουραστικός. Ξυπνώντας, αντίκρυσε έναν άλλο καραμπινιέρο να στέκεται κοντά στο κρεβάτι της. Ήταν νεαρός, μετρίου αναστήματος, με καστανόξανθα μαλλιά και ευγενικό, καθαρό βλέμμα στα πράσινά του μάτια. Της χαμογέλασε στοργικά και η Νίνα αναθάρρησε. Γύρισε αμέσως προς την άλλη πλευρά του κρεβατιού, ελπίζοντας πως και στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο θα είχε συντελεστεί μια παρόμοια αλλαγή, αλλά τελικά αντίκρυσε και πάλι τον Παύλο, να την κοιτά με ένα βλέμμα σχεδόν μελαγχολικό. 
«Καλημέρα», της είπε, «κοιμήθηκες καλά;» Η Νίνα ψέλλισε ένα ναι, κι έπειτα σηκώθηκε όρθια. Πήγε στην τουαλέτα. Βγαίνοντας πάλι έξω, την περίμενε μια έκπληξη. Η Άντζελα στεκόταν μπροστά της, ντυμένη με ένα λουλουδάτο φόρεμα και με τα πυκνά της μαλλιά αφημένα ελεύθερα. Έμοιαζε πιο όμορφη από χτες και η Νίνα δεν δίστασε να χωθεί στην αγκαλιά της. Η Ιταλίδα ζήτησε από τον Παύλο την άδεια να πάρει το κορίτσι μια βόλτα στην αυλή του νοσοκομείου. Ο διπλωμάτης συμφώνησε μ’ ένα ανασήκωμα των ώμων, και η αστυνομικίνα έδωσε το πάλλευκο χέρι της στο κορίτσι.
Βγήκαν έξω. Η αυλή ήταν μεγάλη και πνιγμένη στο πράσινο. Ο δρόμος που οδηγούσε στην κεντρική είσοδο του νοσοκομείου και το πίσω πάρκινγκ περνούσε σαν άκακο, ασφαλτωμένο φίδι μέσα από μεγάλες νησίδες με γρασίδι, δέντρα και θάμνους, όπου ηρεμούσαν οι επισκέπτες και οι ασθενείς, καθισμένοι στα ξύλινα παγκάκια. Η Άντζελα πήρε από το χέρι τη Νίνα και μαζί διέσχισαν τον δρόμο. Κάθισαν σε ένα παγκάκι και προσπάθησαν να κουβεντιάσουν. Χάρη στη συγγένεια των ιταλικών και των γαλλικών, η συνεννόησή τους ήταν πιο εύκολη απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς. Όταν, για παράδειγμα, η χαριτωμένη αστυνομικίνα ρώτησε το κορίτσι «Hai dormito bene?», η Νίνα κατάλαβε ότι τη ρωτούσε αν είχε κοιμηθεί καλά. Απάντησε si και προσπάθησε να διώξει μακριά τους εφιάλτες του χτες. Κοίταξε μακριά, στην πύλη του νοσοκομείου, περιμένοντας να επιστρέψει ο πατέρας της. Εκείνη τη στιγμή, ένα περιπολικό μπήκε μέσα και σταμάτησε μπροστά από την είσοδο του κεντρικού κτηρίου. Η μικρή το παρακολούθησε με το βλέμμα της. Η πίσω πόρτα του αμαξιού άνοιξε και βγήκε έξω μια ξανθιά γυναίκα, μάλλον βορειοευρωπαία, κι ένας ψηλός, αδύνατος άντρας, με αραιά μαλλιά και μουστάκι. Η Νίνα περιεργάστηκε τον νεοφερμένο και τον αναγνώρισε αμέσως. «Πατερούλη», ψιθύρισε, και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του. «Πατερούλη», φώναξε πιο δυνατά καθώς έφτανε κοντά του. «Πατερούλη», είπε ξανά και χώθηκε στην αγκαλιά του. Το γεγονός πως εμφανίστηκε μπροστά της ο Παντελής, ακριβώς τη στιγμή που ονειρευόταν τον νεκρό της πατέρα ήταν –στο παιδικό της μυαλό, που επιπλέον το είχε ταράξει ένα τόσο μεγάλο σοκ– κάτι παραπάνω από μια απλή σύμπτωση. Ήταν ένας οιωνός, ένα σημάδι από ψηλά πως ο αντικαταστάτης είχε βρεθεί.
Ο Παντελής είχε πληροφορηθεί για το δυστύχημα το προηγούμενο απόγευμα. Δεν δίστασε στιγμή. Έπρεπε να φύγει αμέσως για την Ιταλία – μόνο που χρειαζόταν κάποιον που να μπορεί να συνεννοείται. Αμέσως πήρε τηλέφωνο κι έκλεισε δύο εισιτήρια, το ένα για τον εαυτό του και το άλλο για τη Σάρλοτ, την αγγλίδα γυναίκα του αδερφού του, με την οποία δεν πολυσυμπαθιόντουσαν, ή για τον Πέτρο, που μίλαγε ήδη αρκετά καλά αγγλικά. Έπειτα κάλεσε το σπίτι του αδερφού του και ζήτησε από τη νύφη του να έρθει μαζί του στην Ιταλία. Εκείνη αρνήθηκε, μέχρι που ο Παντελής κατάλαβε πως έπρεπε να της εξηγήσει τον λόγο που της ζητούσε μια τόσο ακραία χάρη. Έφυγαν για την Ιταλία τα ξημερώματα της επόμενης μέρας κι έφτασαν στην Μπολόνια λίγο μετά τις οχτώ το πρωί. Κατευθύνθηκαν στην αστυνομική διεύθυνση κι εκεί ο αρχηγός, ένας κοντός αλλά εύσωμος αξιωματικός με πυκνά γκρίζα μαλλιά και παχύ μουστάκι, τους παραχώρησε ένα περιπολικό για να τους μεταφέρει στο νοσοκομείο όπου βρισκόταν η Νίνα. Σε όλο αυτό το διάστημα, ο Παντελής ένοιωθε έναν κόμπο στο στομάχι του, αλλά καταλάβαινε πως έπρεπε να μείνει ψύχραιμος για χάρη της ανιψιάς της γυναίκας του. Στο αεροπλάνο, έφτασε ακόμα και στο σημείο να απλώσει το χέρι του και να πιάσει εκείνο της μισητής του Σάρλοτ, που δέχτηκε απρόθυμα αυτή τη σιωπηλή έκκληση για παρηγοριά. Δεν κοιτάχτηκαν, δεν χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο, μόνο έμειναν εκεί, να κρατιούνται σαν ζευγάρι από εύθραυστο συνοικέσιο. Στη διάρκεια της πτήσης συνάντησαν κενά αέρος, κι ο Παντελής, που ταξίδευε για πρώτη φορά με αεροπλάνο, τρόμαξε, αλλά υποσχέθηκε στον εαυτό του να μείνει ζωντανός προκειμένου να σωθεί η Νίνα. Μόνο όταν έφτασαν στο νοσοκομείο και είδε το κορίτσι να τρέχει προς το μέρος του, μπόρεσε να ηρεμήσει ο άντρας της Μαρίας. Το ότι τον αποκάλεσε πατερούλη του φάνηκε παράξενο και γλυκό, αλλά συγχρόνως τον έκανε να καταλάβει πως οι ευθύνες του θα ήταν πλέον πολύ μεγαλύτερες από το να φροντίσει απλώς για την ασφαλή μεταφορά της Νίνας από την Ιταλία πίσω στην πατρίδα.
Γύρισαν στην Ελλάδα την επομένη. Ο Παντελής είχε γίνει πια ο ήρωας της Νίνας. Σ’ όλη τη διάρκεια της πτήσης είχε γραπωθεί από το μπράτσο του. Είχε το βλέμμα της κολλημένο πάνω του και ρουφούσε κάθε λέξη που της απηύθυνε. Το κορίτσι ένοιωθε πως η εύνοια και η αγάπη του θείου της δεν ήταν κάτι δεδομένο και πως έπρεπε να τα κερδίζει κάθε φορά από την αρχή, να τα ανανεώνει κάθε λεπτό που περνούσε. Ο άντρας από την πλευρά του ήθελε να σιγουρεύεται συνέχεια πως η ανιψιά του ένοιωθε ασφαλής, πως είχαν τεθεί οι βάσεις για να ξαναρχίσει από την αρχή τη ζωή της. Πρόσεχε συνέχεια να μην πει το λάθος πράγμα και φρόντιζε κάθε τόσο να την κάνει να χαμογελά. Είχε ξεχάσει ακόμα και την αντιπαθητική παρουσία της νύφης του, που, έτσι κι αλλιώς είχε πιάσει κουβέντα με μια Γερμανίδα στο απέναντι κάθισμα. Φτάνοντας στην Αθήνα έφερε τη Νίνα σπίτι τους κι εκεί την υποδέχτηκαν με απαράμιλλη θέρμη τα δύο ξαδέρφια της. Την αγκάλιασαν χωρίς να της πουν τίποτα, ούτε καν συλλυπητήρια, αλλά η σιωπή τους τής αρκούσε. Έπειτα ο Στέλιος την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο καινούριο της δωμάτιο, που μέχρι εκείνη την ημέρα ανήκε στον αδερφό του. Η Νίνα έπρεπε να μπει στο δωμάτιο του Πέτρου προκειμένου να ξανανοιώσει τη ζεστασιά και την ασφάλεια που ένοιωθε στο δικό της σπίτι ή στο αμάξι του πατέρα της, καθώς διέσχιζαν την Ιταλία. Η Μαρία της ανακοίνωσε πως αυτό θα ήταν τώρα το δωμάτιό της – αν και ήξερε πως κατά πάσα πιθανότητα το κορίτσι θα το αναλάμβανε ο θείος του πατέρα της, που ζούσε στο Παρίσι.
Το πρώτο βράδυ κύλησε ευχάριστα. Έφαγαν όλοι μαζί και τα δύο αγόρια κατέβαλαν τιτάνιες προσπάθειες να κάνουν την ξαδέρφη τους να γελάσει. Έπειτα πήγαν στο αρμονιάκι του Πέτρου και κάθισαν και οι τρεις τους προσπαθώντας να παίξουν. Ο Πέτρος δεν τσίνησε για τα λάθη που έκαναν οι άλλοι δύο· τους άφησε να κάνουν ό,τι ήθελαν. Αφού η Νίνα βρισκόταν στο απυρόβλητο, εκεί έπρεπε να τοποθετηθεί, τουλάχιστον για ένα βράδυ, και ο Στέλιος, που πολλές φορές φάνταζε καθυστερημένος κι ενοχλητικός στα μάτια του αδερφού του. Έπειτα έπλυναν και οι τρεις μαζί τα δόντια τους κι έπεσαν για ύπνο, η Νίνα στο δωμάτιο του Πέτρου και τα ξαδέρφια της στο δωμάτιο που μέχρι την προηγουμένη αναλογούσε αποκλειστικά στον Στέλιο.
         Η Νίνα έπεσε στο κρεβάτι προσπαθώντας να σκεφτεί τη ζωή της από εδώ και πέρα, με την οικογένεια των Αγριπιώτηδων. Αποκοιμήθηκε μετά από λίγο. Δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα, όταν ξύπνησε στριγκλίζοντας. Είχε δει στον ύπνο της πως ο Παύλος, ο υπάλληλος του προξενείου, είχε εμφανιστεί στο καινούριο σπίτι της και μαζί με τον μουστακαλή καραμπινιέρο την είχαν πάρει με τη βία πίσω στην Ιταλία. Φώναξε τον Παντελή, χρησιμοποιώντας πρώτα τη λέξη «θείε» κι έπειτα τη λέξη «πατερούλη». Ο Παντελής έτρεξε ανάστατος στο δωμάτιό της. Άναψε το φως και την είδε ανακαθισμένη στο κρεβάτι με ένα έντρομο βλέμμα στα όμορφά της μάτια. «Τι συμβαίνει, κορίτσι μου;», τη ρώτησε, ενώ καθόταν στην άκρη του κρεβατιού της, κι εκείνη του εξήγησε τον εφιάλτη που είχε δει. «Δεν πειράζει», της είπε, «πάει, πέρασε. Κλείσε τα ματάκια σου και θα σε πάρει ξανά ο ύπνος». Μα η Νίνα δεν πειθόταν τόσο εύκολα. Του ζήτησε να ξαπλώσει μαζί της στο κρεβάτι κι εκείνος αναγκάστηκε να υπακούσει. Έβγαλε της παντόφλες του και έγειρε στην άκρη του κρεβατιού. Ένοιωσε το χέρι της ανιψιάς του να τον αγκαλιάζει. «Εντάξει τώρα;», τη ρώτησε, και η μόνη απάντηση που πήρε, μετά από ένα «μμμ» αγαλλίασης, ήταν η παράξενη λέξη «ασφαλειούλα».