Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

Τίτλοι για διηγήματα που δεν θα γραφτούν ποτέ # 10

Μόνον ασόβαρες γνωριμίες
Τυχαρπασχηματισμός
Η Αθήνα εξαφανίστηκε
Ο στρατιωτικός που ήταν αλλεργικός στην μπαρούτη
Λύσσα με τη Λίζα
Άχρηστος Αύγουστος
Πλατεία Απροσώπων
Για όλα υπάρχει ένα πρόβλημα
Η δηλητηριασμένη γενιά
Ο άνθρωπος που νόμιζε πως υπήρχε
Η Μάχη της Μυκόνου
(Δεν θέλω) Μερίδιο στη Μιζέρια
Ο απρόθυμος γόης
Troll Museum
The Freak Foundation
Οι πλούσιοι σπανίως συγχωρούν
Το μοναχικό ζευγάρι
Η αιώνια κούραση του Στράτου Κεσανλή
Ο σιωπάνθρωπος
Η ζωή μου (σύμφωνα με κάποια που δεν μπήκε στον κόπο να με γνωρίσει)
Ερωτολόγιο
Φόβοι παράλληλοι
Prose Addict
Μηδενική εποχή



Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Με αφορμή το καινούριο βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου

Δεν ξέρω αν αυτό με τοποθετεί στη μειοψηφία ή την πλειοψηφία (οι απόψεις, σε συζητήσεις που έχω κάνει κατά καιρούς με φίλους και γνωστούς, διίστανται), αλλά είμαι από τους ανθρώπους που έχουν σε πολύ μεγάλη εκτίμηση την Αμάντα Μιχαλοπούλου. Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των βιβλίων της, από το αν μπορεί κάποιος να την εντάξει στην chick lit, από το ότι δεν έχει τοποθετηθεί πολιτικά σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, διαθέτει, πολύ απλά, μια από τις καλύτερες πένες των τελευταίων είκοσι ετών, τουλάχιστον. Ίσως για αυτό ακριβώς να την υποτιμούν κάποιοι. Γιατί, όπως γράφει και η ίδια στο τελευταίο της βιβλίο, τη «Γυναίκα του Θεού», «Πώς να πιστέψεις μια γυναίκα που δεν γράφει με ενθουσιασμό και φιλαρέσκεια; Μια γυναίκα που απλώς γράφει;» Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση της Μιχαλοπούλου. Ένας άνθρωπος (ανεξαρτήτως φύλου) που έχει προ πολλού απαλλαγεί και από τις φιοριτούρες και από αυτή την – επίπλαστη, ως επί το πλείστον – (μετα)προφορικότητα που τόσο ταλανίζει τη νεοελληνική λογοτεχνία και απλώς γράφει, μεστά, μεθοδικά, με ακρίβεια και με ουσιαστική αφηγηματική δεινότητα. (Παρεμπιπτόντως, αυτά είναι δύο πράγματα που δεν καταλαβαίνουν πολλοί Έλληνες κριτικοί: πρώτον ότι ο καλός συγγραφέας δεν κρίνεται από το περιεχόμενο των βιβλίων του, από την ευρηματικότητα των συλλήψεών του, αλλά, πάνω από όλα, από τη μορφή – για να το θέσω απλοϊκά, καλός συγγραφέας είναι πρώτα και κύρια αυτός που ξέρει να γράφει ωραίες, μεστές, καίριες προτάσεις. Δεύτερον, ότι υπάρχει μια μεγάλη μερίδα Ελλήνων συγγραφέων που δεν τα καταφέρνει ακριβώς σε αυτό).
       Των παραπάνω δοθέντων, μπορεί να καταλάβει κανείς πόσες προσδοκίες είχα από το καινούριο βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου. Ξεκινώντας, ωστόσο, την ανάγνωσή του, με κυρίευσε η απογοήτευση. Ποια η χρησιμότητα ενός βιβλίου που περιγράφει επί εκατό και βάλε σελίδες – με πολύ ωραίο τρόπο, βέβαια – τη ζωή ενός ζευγαριού, έστω κι αν ο άντρας του ζευγαριού αυτού είναι ο Θεός; Παρά τις πλούσιες θεολογικές, φιλοσοφικές και λογοτεχνικές αναφορές στις πρώτες εκατό και κάτι σελίδες, είναι προφανές πως η συγγραφέας δεν αποσκοπεί να θίξει – πόσο μάλλον να προσφέρει τη λύση σε – ζητήματα  θεολογικά και υπαρξιακά (άλλωστε, αυτά είναι καταδικασμένα να μείνουν αναπάντητα). Υπάρχει, ωστόσο, ο διαρκής υπαινιγμός πως το ζευγάρι θα πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στη γη και πως στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού θα συμβεί κάτι το συνταρακτικό. Κάνεις υπομονή, λοιπόν, και συνεχίζεις να διαβάζεις. Ωστόσο, τίποτα το συνταρακτικό δεν συμβαίνει. Κι όμως, συνεχίζεις να διαβάζεις, διότι αυτό που αρχίζει να διεισδύει στον πυρήνα του βιβλίου είναι κάτι άλλο, εξίσου ενδιαφέρον: όχι η θεολογία, αλλά η λογοτεχνία. Σου δημιουργείται η εντύπωση πως η κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι πως η λογοτεχνία είναι πιο σημαντική από τον πραγματικό κόσμο και πως ο λογοτέχνης είναι πιο ουσιαστικός δημιουργός από την οντότητα που, τέλος πάντων, έφτιαξε τον κόσμο. Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό. Το βιβλίο της Μιχαλοπούλου προχωρά και πέρα από αυτό. Καταλήγει να μιλά για τη ματαιότητα της ίδιας της λογοτεχνίας και παράλληλα, για την ανάγκη και των συγγραφέων και των αναγνωστών να επιστρέφουν σε αυτή, για το ότι οι λογοτέχνες και οι ήρωές τους είναι παγιδευμένοι στα βιβλία τους.

Μην περιμένετε, λοιπόν, ένα θεολογικό βιβλίο. Περιμένετε, όμως, να διαβάσετε ένα περίτεχνο, ένα «ύπουλα» στημένο βιβλίο για τη φύση και την αξία της λογοτεχνίας, έναν τόμο που τελικά σου αφήνει μια γλυκιά γεύση. Δεν πρόκειται για το αριστούργημα της Μιχαλοπούλου (αυτό, μέχρι στιγμής, είναι μάλλον το «Πώς να κρυφτείς») αλλά είναι, σε κάθε περίπτωση, μια σημαντική κυκλοφορία. 

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Οι περιφρονημένοι του ροκ εν ρολ # 2

Όταν χώρισαν οι δρόμοι τους, οι άνθρωποι που κάποτε απάρτιζαν τους Future Foes δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώσουν το όνομα που οι ίδιοι είχαν επιλέξει για την μπάντα τους: μελλοντικοί ΕΧΘΡΟΙ. Οι τέσσερίς τους χωρίστηκαν σε τρία στρατόπεδα: τους «νικητές» Dale Arnold (κιθάρα και τραγούδι) και Ivan Simic (ντραμς), που σχημάτισαν καινούρια μπάντα, τους Lady Noise, τον Gabriel Jonas, που αποφάσισε να γίνει σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ αντί για πληκτράς και τον μπασίστα και τραγουδιστή Andy Stone, που αποφάσισε να βγάλει ένα σόλο δίσκο υπό το ψευδώνυμο The Selfish Fish. Ο δίσκος δεν ήταν κακός – ήταν άθλιος. Ήταν σαν να τον είχε γράψει ένα παιδί πέντε χρονών που έχει μεν ταλέντο στη μουσική, αλλά δεν έχει ακούσει ποτέ του ούτε μισό τραγούδι. Καθώς δεν θύμιζε σε τίποτα ούτε το παλιό του συγκρότημα ούτε οτιδήποτε άλλο κυκλοφορούσε εκείνον τον καιρό, το άλμπουμ πήγε άπατο. Εν τω μεταξύ οι Lady Noise έπαιρναν σιγά-σιγά τα πάνω τους. Βλέποντας την κυκλοφορία του Selfish Fish σαν μια κατάντια από την πλευρά του παλιού τους συνεργάτης, που τους ήταν ήδη αντιπαθής, αποφάσισαν να τον γελοιοποιήσουν όσο περισσότερο γινόταν. Κυκλοφορώντας το σινγκλ τους “I Knew Him When He Was Normal”, γύρευαν να τον κάνουν ρεντίκολο, υπονοώντας, μέσα από τους στίχους, πως ο παλιός συνεργάτης είχε πια τρελαθεί. Το τραγούδι έκανε έναν κάποιο θόρυβο, αλλά γρήγορα ξεχάστηκε – το ίδιο και οι δημιουργοί του. Τελικά, και οι τέσσερις πρώην Future Foes επέστρεψαν στην αφάνεια από την οποία είχαν ξεκινήσει. Οι Arnold  και Simic έγιναν σεσιονάδες, ο Jonas σκηνοθέτης δελτίων ειδήσεων και ο Stone αποσύρθηκε από τα εγκόσμια σε ένα ράντσο που κληρονόμησε από κάποιον μακρινό του θείο. Τους είχε πια καλύψει όλους ένα πέπλο λήθης, όταν ένας πολυπράγμων ραδιοφωνικός παραγωγός και μπλόγκερ ανακάλυψε μια κόπια του σινγκλ “I Knew Him When He Was Normal” («Τον ήξερα τότε που ήταν φυσιολογικός») και, χωρίς να ξέρει την ιστορία πίσω από το τραγούδι, το έπαιξε στην εκπομπή του, διερωτώμενος τι θα μπορούσε να έχει αποτελέσει την αφορμή για τη σύνθεση ενός τέτοιου άσματος. Το τραγούδι έκανε και πάλι έναν κάποιο θόρυβο. Κάποιος που ήθελε να φανεί ακόμα πιο ψαγμένος και που ήταν κι αυτός παραγωγός σε έναν ανταγωνιστικό σταθμό, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τη φασαρία και, παράλληλα, να δειχτεί πιο βαθύς γνώστης του αντικειμένου κι έτσι έπαιξε κάτι από το Selfish Fish. Ακούγοντας αυτό το παιδιάστικο αριστούργημα, οι χίψτερ της Νέας Υόρκης έκαναν σαν τρελοί, ανακαλύπτοντας κάτι που ήταν «τόσο κακό που είναι υπέροχο», όπως έγραψε ένας από αυτούς στο τουίτερ. Η φήμη του δίσκου άρχισε να αυξάνει και να εξαπλώνεται σε όλη τη χώρα και μετά σε όλον τον κόσμο, μέχρι που ο Andy Stone αναγκάστηκε να βγει από την απομόνωσή του και να αρχίσει να εμφανίζεται ξανά σε συνεντεύξεις και συναυλίες. Δεν απογοήτευσε τους θαυμαστές του. Εμφανίστηκε μπροστά τους το ίδιο αλλόκοτος – σπουδαία αλλόκοτος – όσο τον είχαν φανταστεί κι όσο θα μπορούσε να έχει καταλήξει μετά από τόσα χρόνια σχεδόν απόλυτης μοναξιάς. Είκοσι χρόνια μετά, έγινε κάτι σαν σταρ, ενώ οι παλιοί του συνεργάτες παρέμειναν ασήμαντοι και αφανείς. Ο Arnold τόλμησε βέβαια να προτείνει στον Stone να ξαναενωθούν. Κι ο Stone του είπε απλώς: «Με ήξερες τότε που ήμουν φυσιολογικός. Δεν είμαι πια. Και ούτε κάνω πια παρέα με φυσιολογικούς ανθρώπους».  

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Με αφορμή το Μουντιάλ # 2

Παρακολούθησα προχτές για λίγο το ρεπορτάζ απεσταλμένου μεγάλου καναλιού που είχε μόλις επιστρέψει από τη Βραζιλία. Είναι εντυπωσιακό, με την κακή έννοια, το πώς οι δημοσιογράφοι των συντηρητικών μίντια που σχολιάζουν τα του μουντιάλ, αναφέρονται μεν (ακροθιγώς) στις εικόνες ακραίας φτώχειας δίπλα στα πολυτελή κτήρια και γήπεδα της Βραζιλίας, αλλά το πράττουν με έναν εντελώς αδιάφορο, ψυχρό τρόπο, σαν να πρόκειται για ένα αυθύπαρκτο σύμπτωμα - χωρίς αίτια και συνέπειες -, σαν να μην έχει σημασία ότι η χώρα θα βυθιστεί και αυτή στο χρέος (σαν μιαν άλλη, που διοργάνωσε, χωρίς να το αντέχει οικονομικά, Ολυμπιακούς Αγώνες πριν από κάποια χρόνια), χωρίς να αμφισβητούν την αναγκαιότητα διοργάνωσης ενός τόσο μεγάλου τουρνουά από μια χώρα που δεν το σηκώνει από οικονομικής άποψης και που θα έπρεπε να έχει επενδύσει όλα αυτά τα χρήματα όχι στην ανέγερση γηπέδων, αλλά στην επίλυση των πραγματικών προβλημάτων που "καίνε" τους κατοίκους της. Φαίνεται πως για τέτοιους δημοσιογράφους το δίπτυχο "Άρτος και Θεάματα" και, φυσικά, το κέρδος του κεφαλαίου είναι πάνω και πέρα από όλα. 

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Οι περιφρονημένοι του ροκ εν ρολ #1

Οι JBTY (ενεργοί από το 1985 ως το 1991) ήταν ροκ συγκρότημα από το Περθ της Αυστραλίας. Το αρχικό τους όνομα ήταν Jeannies Boyfriends Through The Years, λόγω του ότι οι δύο βασικοί τους συνθέτες της πρώτης περιόδου, ο Πωλ Άξελροντ και ο Ντέιβ Μαζίνσκι, υπήρξαν εραστές –σε διαφορετικές περιόδους, και προτού να σχηματιστεί το συγκρότημα – της άσημης κατά τα άλλα γραφίστριας Τζίνι Γούντροου. Μετά το πέρας της τρίτης τους συναυλίας υπό αυτό το όνομα, στις 14 Σεπτεμβρίου 1984, στο Περθ, εμφανίστηκε στα παρασκήνια η Τζίνι. Είχε δει τα πρόσωπα του Πωλ και του Ντέιβ στην αφίσα της συναυλίας και το είχε θεωρήσει ενδιαφέρον να πάει να τους συναντήσει. Και οι δύο μουσικοί ταράχτηκαν μόλις την αντίκρυσαν. Εκείνη τους χαιρέτησε εγκάρδια – τον Ντέιβ λίγο πιο εγκάρδια από τον Πωλ. Βγήκε μαζί τους το βράδυ, αλλά κατέληξε στο κρεβάτι μόνο του ενός, του ρυθμικού κιθαρίστα Ντέιβ Μαζίνσκι.

     Το επόμενο πρωί του ανακοίνωσαν πως ήταν ξανά ζευγάρι. Ο Πωλ προσπάθησε να το καταπιεί. Έμεινε, μάλιστα, με το συγκρότημα για μερικούς μήνες ακόμα, μέχρι που κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους lp, το “Deadlife”, τον Γενάρη του 1985. Ίσως να άντεχε περισσότερο, αν ο Ντέιβ δεν το έβρισκε καλή ιδέα να κουβαλήσει μαζί τους την Τζίνι, στην πρώτη τους παναυστραλιανή περιοδεία, την άνοιξη του 1985. Ο Πωλ εγκατέλειψε την μπάντα το πρωί πριν από την εμφάνισή τους στο Σύδνεϋ, τον Μάρτιο του 1985. Οι JBTY συνέχισαν χωρίς αυτόν. Ηχογράφησαν ακόμα τρία άλμπουμ, για τα οποία αδιαφόρησαν κοινό και κριτικοί. Έπειτα διαλύθηκαν και τα μέλη τους απέκτησαν «κανονικές» δουλειές. Ο Πωλ και ο Ντέιβ δεν ξαναμίλησαν ποτέ. Η Τζίνι παντρεύτηκε τελικά τον Εντ, τον μάνατζερ του γκρουπ.