Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Τίτλοι για διηγήματα που δεν θα γραφτούν ποτέ # 12

Συγγραφείς και οδοιπόροι
Weird Wounds
Τρώω φρίκες και παίζω pro
Κλεμμένοι από τη θλίψη (θλεμμένοι)
Η Κατερίνα λύπη
Το καταθλιπτικό ρομπότ
Το όξινο ζευγάρι
Αλγόρυθμος (ο ρυθμός του άλγους)
Πανελλήνιος Σύλλογος Εγωιστών (διασπάστηκε)
Η Κατίνα κατέρρευσε
Η ωραία τεθλιμμένη
Αλεξία η Αξεπέραστη
Παπούτσια για σκύλους
Ο έχων δύο χιτώνια αμειφθήσεται
Ο έρωτας στα χρόνια της απάθειας


Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Ξενία, του Πάνου Χ. Κούτρα

Πάντα θεωρούσα βιαστική αυτή την α λα Αλμοδοβάρ μετάβαση του Πάνου Χ. Κούτρα από το σινεμά του κιτς και του γκροτέσκο προς το μελόδραμα στο στυλ του Douglas Sirk. Εκεί που ο «Γιγαντιαίος Μουσακάς» ήταν μια απολαυστική b-movie, που λειτουργούσε, όμως, και σε ένα δεύτερο επίπεδο, η «Αληθινή Ζωή» ήταν, πολύ απλά, μια κακή ταινία, με αδύναμο σενάριο και εξίσου αδύναμη διεύθυνση φωτογραφίας. Η Στρέλλα απείχε παρασάγγας και από τις δύο, διέθετε αξιοζήλευτα στοιχεία, αλλά δεν ήταν δα και η ταινία που έσωσε το ελληνικό σινεμά (αυτή παραμένει, προς το παρόν, ο Κυνόδοντας, για πολλούς και διάφορους λόγους, έστω κι αν κάποιοι δυσκολεύονται να το καταλάβουν).
            (Από την άλλη, βέβαια, ίσως γίνομαι υπερβολικά «ψείρας». Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, ένας σκηνοθέτης με όραμα – όπως είναι ο Πάνος Χ. Κούτρας – δεν βρίσκει καν τον απαιτούμενο χρόνο, το απαιτούμενο κουράγιο, την απαιτούμενη στήριξη (και, φυσικά, τα απαιτούμενα φράγκα) ώστε να γυρίσει όλες τις ταινίες που θέλει, πόσο μάλλον τις ταινίες που οφείλει (στον εαυτό του)).
            Δεδομένων όλων αυτών, αλλά και του ανηλεούς hype που υπέστημεν, κινηματογραφόφιλοι και μη, τους τελευταίους μήνες, δεν ήξερα τι να περιμένω από την καινούρια ταινία του σκηνοθέτη της Στρέλλας. Ωστόσο, όλες οι αμφιβολίες και η δυσπιστία πήγαν περίπατο με το που ξεκίνησε η «Ξενία». Οι χαρακτήρες ήταν τόσο ζωντανοί, το σενάριο τόσο μεστό, η φωτογραφία τόσο άρτια, που ξεχνούσες τα πάντα και αφοσιωνόσουν σε αυτό που συμβαίνει στην οθόνη. Η «Ξενία» είναι μια ταινία πλούσια σε δράση (προς Θεού, δεν εννοώ πως είναι action movie), σε συναίσθημα, σε ένταση, και το σημαντικό είναι πως πίσω από όλα αυτά, πίσω από το καθετί που εκτυλίσσεται στην οθόνη, υπάρχει πάντα – ανελλιπώς – και ένα δεύτερο, και ένα τρίτο επίπεδο – δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια απλή προσπάθεια εντυπωσιασμού. Η «Ξενία» δεν είναι απλώς ένα φιλμ με θέμα το μεταναστευτικό και την ταυτότητα. Μιλά επίσης – με πολύ καίριο τρόπο – για την αδερφική αγάπη, την αναζήτηση του πατρικού προτύπου, τον ρατσισμό, τη βία απέναντι στους γκέι, για το ζήτημα (το Ζήτημα) του ταλέντου, τη λυτρωτική επίδραση της μουσικής, την αυτογνωσία. Είναι επίσης η μόνη ταινία από όσες έχω δει (μαζί με μία του Νίκου Περάκη, δεν θυμάμαι ποια) που καταγράφει και δείχνει σε όλη τους την απανθρωπιά τις κτηνώδεις επιθέσεις των φασιστών στις γειτονιές των μεταναστών (πράγμα που δεν έχουν κάνει, ας πούμε,  σκηνοθέτες που υποτίθεται πως κάνουν πολιτικό σινεμά – Λάνθιμος, Αβρανάς, Ζάππας). Κι όλα αυτά γίνονται με ευρηματικό, με δεξιοτεχνικό τρόπο, καθώς και με κάμποσες αναφορές σε παλιότερα αριστουργήματα (η πρώτη σκηνή έχει κάτι από “My own private Idaho”, η σκηνή στο ποτάμι έχει κάτι από τη «Νύχτα του Κυνηγού»). Ξεχώρισα τη σκηνή όπου ο Ντάνι ονειρεύεται πως έχει παγιδευτεί μέσα στο σακ βουαγιάζ του, το εύρημα με το πελώριο αντρικό στήθος, την ανατροπή με τον κούνελο (και την επανεμφάνισή του λίγο αργότερα) και την άφιξη των δύο νεαρών στο Ξενία, όπου αποδίδεται με μαεστρία και ακρίβεια το δέος που πρέπει να ξυπνά σε κάποιον το να αντικρύζει από κοντά αυτό το τόσο ιδιαίτερο, αφημένο εδώ και χρόνια στη μοίρα του μέρος. Εδώ πρέπει επίσης να τονίσω πως το ρεπεράζ και η καλλιτεχνική επιμέλεια που πρέπει να έγιναν για το φιλμ είναι εντυπωσιακά.
            Οι δύο νεαροί πρωταγωνιστές του φιλμ στέκονται στο ύψος των περιστάσεων. Ο Νίκος Γκέλια είναι σωστός, στιβαρός, ενίοτε συγκινητικός. Την παράσταση, βέβαια, κλέβει ο Κώστας Νικούλι, που έχει, άλλωστε, και τον πιο αβανταδόρικο ρόλο. Βγάζει όλη την αφέλεια, τον τσαμπουκά, την ονειροπόληση, το χιούμορ του δεκαεξάχρονου Ντάνι. Κάποια μικρολαθάκια δεν αρκούν για να ανατρέψουν την καλή εντύπωση που αφήνει στο θεατή. Ο Άγγελος Παπαδημητρίου δεν κάνει πολλά παραπάνω από όσα μας έχει συνηθίσει σε τηλεοπτικά περάσματά του, αλλά τα κάνει καλά. Ο Γιάννης Στάνκογλου για πρώτη φορά δεν διεκπεραιώνει απλώς, αλλά παίζει. Για την Μαρίσα Τριανταφυλλίδου, πέραν του ότι δηλώνω για άλλη μια φορά γοητευμένος, πρέπει να πω πως με την ερμηνεία της στην «Ξενία», αποδεικνύει πως μπορεί κάλλιστα να κλέψει τον τίτλο της κατεξοχήν κινηματογραφικής ελληνίδας ηθοποιού από τη Θέμιδα Μπαζάκα και τη Θεοδοσία Τσάτσου.

            Μεστή, ενδιαφέρουσα, συγκινητική, η Ξενία είναι μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες που έχω δει και μια εξαιρετική ταινία γενικώς. 

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Οι περιφρονημένοι του ροκ εν ρολ # 3

Την εποχή που ο Τζορτζ Μπούκερ πρότεινε στην Τζέιν Κόζακ να της γράψει τα τραγούδια για τον πρώτο της δίσκο, εκείνη τραγουδούσε σε ένα μπαρ της κακιάς ώρας, ξεχασμένη από όλους – παραγωγούς, μουσικούς, ατζέντηδες, θαυμαστές. Λέγεται πως δέχτηκε την πρότασή του με μισή καρδιά, παρόλο που δεν είχε καμιά ελπίδα να της προσφέρει οποιοσδήποτε άλλος κάτι παρόμοιο. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε με έξοδα του Μπούκερ, κι αυτό η Κόζακ το δέχτηκε με μια κάποια δυσπιστία, αλλά και με την υπόσχεση από την πλευρά της πως θα του επέστρεφε αυτό το «δάνειο» και με το παραπάνω. Ο δίσκος, με τίτλο The Wolf Within, υπήρξε ανέλπιστη επιτυχία. Όλοι το απέδιδαν στα ίδια τα τραγούδια, όχι στη φωνή της Τζέιν, που δεν ήταν ακριβώς η καλύτερη στην πιάτσα. Ωστόσο, όσες προτάσεις κι αν έγιναν στον Μπούκερ να γράψει τραγούδια και σε άλλους, εκείνος τις απέρριψε, μένοντας πιστός στο όραμα που είχε για την Τζέιν Κόζακ. Έγινε, μάλιστα, ο αρχιμουσικός της touring band της και την ακολούθησε στις περιοδείες της, πρώτα σε όλες τις ΗΠΑ και μετά στον υπόλοιπο κόσμο.
Οι περιοδείες πήγαν καλά. Ήρθε ο καιρός για τον επόμενο δίσκο. Είχαν μαζευτεί κάμποσα τραγούδια στο σημειωματάριο και στο τετρακάναλο του Τζορτζ Μπούκερ. Τα έδειξε στη μούσα του, με έναν κάποιο δισταγμό, αλλά εκείνη φάνηκε να τα εκτιμά δεόντως. Τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν κάπως βιαστικά και ο δεύτερος δίσκος βγήκε γρήγορα στα δισκοπωλεία. Ο δίσκος σημείωσε επιτυχία ανέλπιστη, τερατώδη. Εν μία νυκτί, η Τζέιν Κόζακ μετετράπη από απλή σταρ σε ένα μεγαθήριο. Την ήθελαν όλες οι δισκογραφικές, όλα τα έντυπα, όλοι οι σκηνοθέτες. Την ήθελαν επίσης – για ερωμένη τους - όλοι οι φραγκάτοι της Νέας Υόρκης και του Λος Άντζελες. Η Τζέιν Κόζακ υπέκυψε σε όλους αυτούς τους πειρασμούς κι άφησε πίσω της τον φτωχό Τζορτζ Μπούκερ. Έζησε ζωή χαρισάμενη, ενώ εκείνος καιγόταν από τον έρωτά της.

Όταν ήρθε η ώρα να ηχογραφήσει τον επόμενο δίσκο της, η Τζέιν δεν μπήκε καν στον κόπο να πάρει τηλέφωνο τον Τζορτζ. Εκείνος, όμως, προσπάθησε να έρθει σε επαφή μαζί της. Όταν εκείνη του είπε πως δεν θα χρειαζόταν τις υπηρεσίες του, αυτός της είπε απλώς την αλήθεια: «μα όλα αυτά τα έκανα για σένα». Η Τζέιν το είχε καταλάβει από καιρό, μα τώρα πια ήταν «αλλού». Οι δρόμοι τους χωρίσανε. Εκείνος επέστρεψε στα τζαζ κλαμπ από όπου είχε ξεκινήσει, παίζοντας για λίγους μεν, αλλά που καταλαβαίνανε τον πόνο του, εκείνη προσπάθησε να γίνει κάτι παραπάνω από ροκ τραγουδίστρια – προσπάθησε να γίνει ποπ είδωλο. Δεν της βγήκε. Ο τρίτος της δίσκος πήγε άπατος, το ίδιο και ο τέταρτος. Ξεχάστηκε γρήγορα, και από εταιρείες και από ατζέντηδες και από πλούσιους μνηστήρες. Γύρισε ξανά στα μικρά μπαρ της κακιάς ώρας, από τα οποία – σκεφτόταν – δεν έπρεπε να έχει φύγει ποτέ. Κάποιο ξημέρωμα, ξενυχτισμένη και πιωμένη, αφηγήθηκε την ιστορία της σ’ έναν τυχαίο πελάτη, κι εκείνος της είπε το προφανές: «γιατί δεν ζητάς τη βοήθειά του Τζορτζ Μπούκερ;» Η συμβουλή αυτή της φάνηκε παράλογη, αλλά τελικά την ακολούθησε. Πήγε και τον βρήκε κι αυτός τη δέχτηκε από την αρχή, προσφέροντάς της τα τραγούδια που της είχε έτοιμα από καιρό. Το ότι δεν της ζήτησε τίποτα σαν αντάλλαγμα, ενώ θα μπορούσε να της ζητήσει τα πάντα, εκείνη το είδε σαν την πιο καίρια κίνηση αποπλάνησης. Τίποτα δεν θα μπορούσε να την έχει γοητεύσει περισσότερο. Κι όμως, δεν τόλμησε ποτέ να του το πει.