Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Τίτλοι για διηγήματα που δεν θα γραφτούν ποτέ #15

Drinking Rain (as a hobby)
I love you in strange ways
Η αποθήκη με τις κλεμμένες καρδιές
Οφθαλμίατρος για Κύκλωπες
Αρσακειάδες του Σατανά
Έλξη για τη λέξη
Το Μεγάλο Λεξικό του Ψεύδους
Τα λόγια λυγίζουν
Καμήλες στον πάγο
Η πειθήνια γάτα
Όμορφα καθάρματα, γοητευτικές προδότρες
Powerless in Plymouth
International Underdog
Οι μικρόκοσμοί του
Ρόδα στα σκουπίδια
Ανεξήγητα μόνη
Η Κόλαση στο Κολωνάκι
Το μυθιστόρημα ως πηγή δυστυχίας (για τον συγγραφέα του)
Απόφοιτος Ανωτάτης Ματαιοπονικής Σχολής
Phil Introspector
Σε μετάνιωσα
Μια άσχημη γεύση στα μάτια μου
Η λογική ερώτηση ενός παράλογου ανθρώπου
Ουδέν κρυπτόν υπό του ηλιθίου
Καλά πάμε για την κόλαση;
Ο ανήσυχος θάνατος ενός ήσυχου ανθρώπου
Η πρώτη φορά που ήρθε δεύτερος
What Love teaches us about War/ What War teaches us about Love
Sick City Serenade
Boredom Borealis
Sadmosphere
Καταθλιπτική κούκλα
Εθισμόνος
Ανέστης ο Ανεξήγητος
Καλημέρα, κόλαση
Ρέκβιεμ για έναν κουτοπόνηρο
Φιλιά στους δαίμονες
Τα θαύματα στη χώρα της Αλίκης

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας

Το ιστορικά λογικό (ή λογικοφανές) δεν είναι απαραίτητα λογικό και χρήσιμο μέσα στο πλαίσιο της πλοκής ενός συγκεκριμένου έργου μυθοπλασίας. Όπως ακριβώς σε ένα έργο που αναφέρεται στη σύγχρονη εποχή (η οποία, άλλωστε, θα αποτελεί παρελθόν, προτού καν το καταλάβουμε) ο δημιουργός έχει το ελεύθερο να περιγράφει ανθρώπους, πράξεις, συναισθήματα, ψυχικές καταστάσεις που δεν ακολουθούν την πεπατημένη, έτσι μπορεί να γίνει και σε ένα έργο μυθοπλασίας που αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη παρελθούσα εποχή. Όπως ακριβώς συμβαίνει στην πραγματική ζωή, ένας λογοτεχνικός ήρωας έχει τους δικούς του  λόγους (φοβίες, επιθυμίες, απώτερους σκοπούς, σχέδια νόμιμα και μη) που τον αποτρέπουν από το να φερθεί όπως οι περισσότεροι γύρω του και που τον οδηγούν στο να διαβεί, όπως θα έλεγε ένας αγγλοσάξονας, τον λιγότερο ταξιδεμένο δρόμο. Ευτυχώς ή δυστυχώς, η μυθοπλασία ασχολείται κυρίως με τις εξαιρέσεις. Η στερεοτυπική γενίκευση που θέλει όλους τους ανθρώπους μιας συγκεκριμένης εποχής (σύγχρονης, παλαιότερης ή ακόμα και μελλοντικής) να φέρθηκαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ανεξάρτητα από τις καταβολές και τις επιθυμίες του καθενός ξεχωριστά, είναι σαφώς επικίνδυνη.

Αυτά, με αφορμή την άδοξη λύση της συνεργασίας μου με μια εκδότρια που δεν καταλαβαίνει τους παραπάνω στοιχειώδεις κανόνες της μυθοπλασίας (και, απ' ό,τι φαίνεται, και πολλούς άλλους ακόμα). 

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Για το bullying και πάλι

Υποκριτικά, όπως το συνηθίζει, η ελληνική τηλεόραση (και, κατ’ επέκτασιν, η ελληνική κοινωνία) ανακάλυψε πρόσφατα, με αφορμή την εξαφάνιση του Βαγγέλη Γιακουμάκη – ο οποίος, απ’ ό,τι φαίνεται, βρέθηκε τελικά νεκρός - το φαινόμενο του bullying. Τηλεπαρουσιαστές και τηλεπαρουσιάστριες, δημοσιογράφοι της κακιάς ώρας, που επιδίδονται καθημερινά και ανελλιπώς σε ένα άλλο είδος εκφοβισμού, ο οποίος έχει να κάνει επίσης με τη διαφορετικότητα, αλλά και τη διασημότητα και την προσωπική ζωή, όπως επίσης και με την καταστροφολογία γύρω από την κρίση (που τι άλλο συνιστά, από μαζικό συναισθηματικό και ψυχολογικό εκβιασμό), ανακάλυψαν ξαφνικά ένα φαινόμενο που υπάρχει εδώ και δεκαετίες και στην ελληνική κοινωνία, πολύ πριν ο όρος bullying εισαχθεί στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, και όχι μόνο στα σχολεία. Ασχολούνται με την εξαφάνιση, καλούν ψυχολόγους, διατείνονται πως συμπάσχουν, όλα αυτά μέχρι η υπόθεση να ξεχαστεί και να απασχολήσει κάτι άλλο την επικαιρότητα. Δεν μιλούν, βέβαια, ποτέ για τις ρίζες του προβλήματος, για το τόσο διαδεδομένο στην Ελλάδα μίσος για το διαφορετικό, για τους διεφθαρμένους πολιτικούς που βασίζονται στους τραμπούκους, για τους μισαλλόδοξους εργοδότες, για τους σκοταδιστές παπάδες, για τα στερεότυπα μίσους που αναπαράγονται καθημερινά μέσα ακριβώς από τα ΜΜΕ που οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι αυτού του είδους υπηρετούν. Έτσι δρουν αυτοί οι άνθρωποι. Εμείς οι υπόλοιποι, όμως, δεν πρέπει να ξεχάσουμε. Πρέπει να σταθούμε απέναντι στο φόβο και το φασισμό, που είναι πλατιά απλωμένος και βαθιά ριζωμένος σε αυτήν εδώ τη χώρα. Πρέπει να σταθούμε στο πλευρό των ανθρώπων, οποιασδήποτε ηλικίας, φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, καταγωγής, οικονομικής κατάστασης, που περνούν αυτή την κόλαση σε σχολεία, εργασιακούς και δημόσιους χώρους, μικρές κοινότητες. Μόνο έτσι, με την αλληλεγγύη και την εγρήγορση, θα μπορέσουμε να παλέψουμε αυτό το φαινόμενο και τα βαθύτερα αίτιά του.

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

Το ένα στραβό δοντάκι

(Ένα πρόσφατο διήγημα, συνειδητά επηρεασμένο από το Uncle Wiggily in Connecticut του ασύγκριτου JD Salinger - αλλά προφανώς όχι εφάμιλλό του)

Γύριζαν σπίτι με το αμάξι του – η Ισμήνη, η Όλγα και ο Πάνος. Εκείνος οδηγούσε, η αρραβωνιαστικιά του καθόταν δίπλα του και η αδερφή της, η Όλγα, στην πίσω θέση, να γέρνει προς τα μπρος για να ακούει και να ακούγεται. Ο Πάνος ήθελε να βάλει κάποιον σταθμό με αθλητικά, οι κοπέλες, όμως, τον έπεισαν να βάλουν μουσική.
            -Όχι, όμως, τίποτα κλασσικές μουσικές, τους είπε.
            Συμφώνησαν. Το γύρισαν στο Αναλόγιο FM, που έπαιζε πιο έντεχνα. Ο Πάνος συμφώνησε με βαριά καρδιά. Συνέχισε να κοιτά μπροστά, στο δρόμο του.
            Είχαν περάσει γύρω στα πέντε λεπτά, όταν ο εκφωνητής ανακοίνωσε πως θα έπαιζε ένα καινούριο τραγούδι, ερμηνευμένο από τον Άλκη Χρονόπουλο. Στις κοπέλες φαινόταν συμπαθητικός – αλλά τίποτα παραπάνω.
            Οι στίχοι του κουπλέ φάνηκαν αμυδρά οικείοι στην Ισμήνη, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. Και μετά έφτασε το ρεφρέν:

Πιο πάνω από τα μάτια σου
Κι απ’ τα ξανθά μαλλιά σου
Είναι ο τρόπος που γελάς
Το ένα στραβό δοντάκι

            Στο άκουσμα αυτής της στροφής, ο Πάνος γέλασε αυθόρμητα. Στο πίσω κάθισμα, η Όλγα τον μιμήθηκε. Κανείς τους δεν πρόσεξε πως, στη θέση του συνοδηγού, η Ισμήνη χαμογελούσε νοσταλγικά.
            -Ωραίο τραγούδι, ε; τους είπε – κυρίως σ’ εκείνον.
            -Νταξ, έκανε ο αρραβωνιαστικός της.
            -Τι; Όχι;
            -Ε, δεν θα το ’λεγα. Δεν κάνει καν ομοιοκαταληξία. Και τι πάει να πει «το ένα στραβό δοντάκι;» Μόνο ένα δόντι έχει η γκόμενα;
            -Καλά, εντάξει, έκανε απογοητευμένη η Ισμήνη.
            Το τραγούδι τελείωσε, και κανείς τους δεν ξανασχολήθηκε με αυτό. Μετά από λίγο φτάσανε στο σπίτι των κοριτσιών. Η Ισμήνη φίλησε τον Πάνο κάπως βαριεστημένα και κατέβηκε μαζί με την αδερφή της.
            Φτάνοντας στο διαμέρισμα, οι κοπέλες βάλανε τις πυτζάμες τους, ξεβάφτηκαν και καθίσανε μπροστά στην τηλεόραση. Οι γονείς τους λείπανε στη Βιέννη.
            -Έχει τίποτα καλό; ρώτησε η Ισμήνη, που κατέφτασε δεύτερη.
            -Τον «Άνθρωπο της Βροχής».  
            -Α, έκανε η Ισμήνη και κάθισε στην πολυθρόνα.
            -Τι έχεις εσύ; είπε η Όλγα, που είχε όρεξη να κουτσομπολέψει.
            -Τίποτα.
            -Κάτι έχεις, δεν μου το βγάζεις από το μυαλό.
            Η Ισμήνη ήξερε πως δεν είχε νόημα να προσπαθήσει να το κρατήσει μέσα της.
            -Δεν ήταν ωραίο το τραγούδι; Γιατί δεν του άρεσε;
            -Ποιο τραγούδι; έκανε παραξενεμένη η Όλγα. Τι λες;
            Η Ισμήνη δεν είπε τίποτα. Μόνο ήρθε κοντά στην αδερφή της και άνοιξε το στόμα της. Μαζί με τα υπόλοιπα, ίσια, λευκά δόντια, φάνηκε και ο δεξιός της κυνόδοντας, που ήταν στραβός, πεταχτός. Η Όλγα, ωστόσο, δεν κατάλαβε.
            -Δεν το βλέπεις;
            -Ποιο;
            -Το «ένα στραβό δοντάκι».
            Η Όλγα σάστισε. Και η Ισμήνη βάλθηκε να της εξηγεί για έναν πελάτη της, τον Κωστή – η κοπέλα ήταν δικηγόρος –, που την είχε ερωτευτεί παράφορα και της έγραφε ποιήματα – ανάμεσα σε αυτά κι έναν άχαρο έστω ύμνο στο μοναδικό στραβό της δόντι· της τα έκρυβε στους φακέλους με τις υποθέσεις του. Μετά από ένα χρόνο επισκέψεων στο γραφείο της είχε σταματήσει να έρχεται, μην αντέχοντας το πάθος του για εκείνη. Προφανώς, μετά από χρόνια, είχε καταφέρει να βρει κάποιον να μελοποιήσει ένα από αυτά τα ποιήματα, και να το κυκλοφορήσει σαν τραγούδι, ερμηνευμένο από τον απλώς συμπαθή Άλκη Χρονόπουλο.
            -Κατάλαβες τώρα; είπε στην αδερφή της η δικηγόρος.
            -Κατάλαβα.
            -Και να μην του αρέσει;
            -Του Πάνου;
            -Ναι. Να μην το προσέξει;
            Η Όλγα σήκωσε τους ώμους της. Προτιμούσε να κουτσομπολέψει τον κόσμο από το εστιατόριο από το οποίο είχαν μόλις επιστρέψει. Προσπάθησε να ανοίξει κουβέντα για μια που ήταν «στολισμένη σαν λατέρνα».  
            -Τουλάχιστον, ξέρω αυτό. Μ’ αγαπούσε, στ’ αλήθεια μ’ αγαπούσε, έκανε απότομα κι ονειροπόλα η Ισμήνη.
            -Ποιος; Ο Πάνος;
            -Ο Κωστής.
            Η Όλγα δεν ήξερε τι να απαντήσει σε αυτό. Στράφηκε προς την οθόνη. Εκεί, ο Ντάστιν Χόφμαν μετρούσε, χωρίς καμιά προσπάθεια, τα σπίρτα που είχαν πέσει στο πάτωμα.

            

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

Whiplash, του Damien Chazelle

Η τέχνη – και, συγκεκριμένα, η καλλιτεχνική δημιουργία – είναι προσφιλέστατο θέμα αφήγησης για πολλούς σκηνοθέτες και συγγραφείς, ακριβώς λόγω της χρησιμότητάς της, χρησιμότητα που έγκειται στο ότι με αφορμή την τέχνη μπορείς να μιλήσεις για μια πλειάδα ζητημάτων που άπτονται της ανθρώπινης φύσης και εμπειρίας γενικά.
            Η ταινία “Whiplash” υιοθετεί μια γραμμική, λιτή αφήγηση – με κάμποσες, πάντως, εξάρσεις. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος, Damien Chazelle, μπαίνει κατευθείαν στο θέμα, χωρίς φιοριτούρες και χωρίς να υιοθετεί διάφορα σεναριακά τεχνάσματα που έχουν παγιωθεί στην κινηματογραφική βιομηχανία ως σχεδόν υποχρεωτικά (το διακύβευμα στα δέκα πρώτα λεπτά, η ανατροπή στη μέση της ταινίας κ.ό.κ.). Στην οθόνη κυριαρχούν, στην ουσία, δύο μόνο ηθοποιοί, ο Μάιλς Τέλερ και ο Τζ.Κ. Σίμμονς. Ακόμα και ο πάντα συμπαθής Πωλ Ράιζερ είναι σκιά του εαυτού του. Υπάρχει δε μόνο ένα ελάχιστο subplot, το οποίο καταργείται απότομα, ακριβώς για να φανεί πόσο σημαντική και έντονη είναι η σχέση μεταξύ του μαθητή Άντριου Νίμαν (Τέλερ) και του δασκάλου Τέρενς Φλέτσερ (Σίμμονς).
            Κι όμως, μέσα από αυτή τη λιτή αφήγηση, καθώς και μέσα από μια σειρά από ανατροπές, ο Chazelle, θίγει και αναδεικνύει μια σειρά από θέματα που δεν αφορούν μόνο στην καλλιτεχνική δημιουργία: τη σχέση δασκάλου-μαθητή, το πώς το να θες να ικανοποιήσεις τον μέντορά σου γίνεται σιγά-σιγά ντρόγκα, την ψύχωση και την αλλοτρίωση που προκαλεί η υπερβολική φιλοδοξία. Έπειτα, όταν η ψύχωση αυτή φτάσει στην κορύφωσή της, νομίζεις πως το φιλμ θα παρεκκλίνει προς ένα τυπικό, βαρετό δικαστικό δράμα. Σύντομα, ωστόσο, έρχεται μια ακόμα σειρά από ανατροπές, ανατροπές, που έχουν να κάνουν με την απογοήτευση, την ταπείνωση, την εκδίκηση και τελικά, τη λύτρωση, την αυτοολοκλήρωση, την επιτυχία (σας έχω ξετινάξει στα σπόιλερ).
            Ο Σίμμονς μπορεί να πήρε το Όσκαρ, αλλά αυτός που «κουβαλά» την ταινία είναι ο Μάιλς Τέλλερ, με το παράξενο, εκφραστικό πρόσωπό του, τις εξάρσεις και τις εμμονές του και με την εντυπωσιακή του ικανότητα ως μουσικού. Η σκηνή με την οντισιόν των τριών ντράμερ, η σκηνή με την προσπάθεια του Άντριου να φτάσει στο δεύτερο διαγωνισμό και η τελική σκηνή της συναυλίας είναι «δικές» του. Γενικά, το φιλμ, θα ωθήσει πολύ νέο κόσμο προς τη τζαζ και ειδικά προς τα ντραμς. Είναι κι αυτό ένα ευχάριστο παρελκόμενο σε μια απολαυστική, συγκινητική, δυνατή ταινία.

            Κανένας Birdman και κανένα Έμφυτο Ελάττωμα δεν κατάφεραν αυτά που καταφέρνει το σαφώς πιο απλό, αλλά σαφώς πιο σπουδαίο Whiplash

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

Δεν τον περίμεναν

Ξημερώματα Κυριακής, εν μέσω μπαρότσαρκας, το μυαλό μου οδηγήθηκε - άγνωστο πώς - στην ανάμνηση του παρακάτω πίνακα, που τόση εντύπωση μου είχε κάνει στα φοιτητικά μου χρόνια (προ δεκαπενταετίας και βάλε). Την ύπαρξή του την έμαθα από το βιβλίο της Καμίλα Γκρέι "Η Ρωσική Πρωτοπορία", που όλοι εμείς οι απόφοιτοι των ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών είχαμε την τύχη να διαβάσουμε χάρη στη μεταφράστριά του και καθηγήτριά μας, Πέπη Ρηγοπούλου. Ο πίνακας είναι του Ίλια Ρέπιν και έχει τον τίτλο "Δεν τον περίμεναν". 




Το θέμα με το συγκεκριμένο έργο τέχνης είναι ότι δεν αφηγείται μια ιστορία, δεν περιγράφει μια κατάσταση. Αυτό που αποτυπώνει - και το ίδιο, και ο αριστοτεχνικά απλός τίτλος του - είναι μια στιγμή, η αφετηρία μιας ιστορίας. Έπειτα από αυτή την - εντυπωσιακή, τεχνικά - αποτύπωση, επαφίεται στο θεατή να φανταστεί τη συνέχεια (αλλά και την προϊστορία) αυτής της απροσδόκητης εξέλιξης. Περί τίνος πρόκειται; Ποιος είναι αυτός ο απροσδόκητος επισκέπτης; Είναι κάποιο μέλος της οικογένειας που επιστρέφει από τον πόλεμο; Είναι κάποιος περιφρονημένος εργάτης που έχει έρθει να απαιτήσει την πληρωμή του; Είναι ο γιατρός του χωριού που έχει έρθει να ανακοινώσει το χαμό ενός συγγενούς; Κάποιος συμβολαιογράφος; Κάποιος τσαρλατάνος, ψευδοπροφήτης;

Το συγκλονιστικό με τον πίνακα αυτό, πέρα από την απαράμιλλη τεχνική του, είναι ότι αντί να καταδεικνύει κάτι, το αφήνει στη φαντασία του θεατή, ότι εξιτάρει το μυαλό και τη σκέψη του. Κι αν αυτό δεν είναι σπουδαία τέχνη, δεν ξέρω τι είναι.