Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ # 5

# 5 Ο συγγραφέας και η φωτογραφία

Η εικόνα έδειχνε ένα φαντάρο που αρνείται να χαιρετήσει ένα στρατηγό, εν μέσω μιας από τις πολλές δικτατορίες που έχουν ταλανίσει τούτη εδώ τη χώρα, ενώ όλοι οι άλλοι συνάδελφοί του χαιρετούν φοβισμένοι. Είχε ξεθαφτεί πρόσφατα, από το αρχείο ενός ονομαστού φωτογράφου, που δεν την είχε δημοσιεύσει όσο ζούσε, και είχε κάνει δίκαια το γύρο του διαδικτύου. Ο στρατηγός είχε εύκολα κατονομαστεί, αλλά όλοι γύρευαν να μάθουν ποιος ήταν ο φαντάρος που είχε προβεί σε μια τόσο γενναία κίνηση.
            «Ο άνθρωπος αυτός είναι ο πατέρας μου, Στέφανος Δόρκας», έγραψε στον τοίχο του σε κάποιο κοινωνικό μέσο, λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση της εικόνας, ο Άλκης Δόρκας, που επαγγελόταν νοσοκόμος, αν και είχε βγάλει τρία –πολύ αξιόλογα, κατά τη δική του γνώμη - αστυνομικά μυθιστορήματα.
            Ακολούθησε ένας κατακλυσμός από συγχαρητήρια, επαίνους, ερωτήσεις και αιτήματα για συνεντεύξεις. Ο Δόρκας υιός ξεκαθάρισε στους δημοσιογράφους πως ο πατέρας του είχε φύγει από τη ζωή, αλλά, εφόσον το επιθυμούσαν, μπορούσε να τους παραχωρήσει εκείνος μια συνέντευξη – είχε, άλλωστε, να παρουσιάσει πλούσιο συγγραφικό έργο, εκτός από την περηφάνια του να είναι απόγονος ενός τόσο ακέραιου και έντιμου ανθρώπου.
            Έγιναν τέσσερις συνεντεύξεις – η μία εξ αυτών με μια από τις πιο γνωστές τηλεπαρουσιάστριες της χώρας -, στις οποίες οι δημοσιογράφοι ήταν γεμάτοι ανυπομονησία να μάθουν για τον πατέρα αλλά αδιάφοροι για το συγγραφικό έργο του γιου, όσο κι αν εκείνος προσπαθούσε να στρέψει την κουβέντα προς τα εκεί ακριβώς. Ο Άλκης Δόρκας δεν είδε καμιά αύξηση στο ενδιαφέρον ως προς το συγγραφικό του έργο.
            Ίσως αυτό να άλλαζε, αν κατάφερνα τελικά να πάρω εγώ την Πέμπτη συνέντευξη – ενδιαφερόμουν για την ιστορία του πατέρα Δόρκα, αλλά ενδιαφερόμουν επίσης για το αστυνομικό μυθιστόρημα ως είδος και σκεφτόμουν πως ίσως ο γιος ενός τόσο αξιόλογου ανθρώπου να έχει κι αυτός κάτι αξιοσημείωτο, στο επίπεδο του ταλέντου. Μα, το πρωί ακριβώς που ετοιμαζόμουν να πάω στο σπίτι του κυρίου Δόρκα, μου τηλεφώνησε ο αρχισυντάκτης μου για να μου πει πως η όλη υπόθεση ήταν μια απάτη και πως ο γενναίος φαντάρος ονομαζόταν στην πραγματικότητα Θανάσης Σταματιάδης και ήταν ακόμα εν ζωή.
            Τι είχε γίνει; Ο Άλκης Δόρκας είχε δει τη διάσημη φωτογραφία, είχε διακρίνει μια αρκετά μεγάλη ομοιότητα μεταξύ του πατέρα του και του Σταματιάδη και είχε αποφασίσει να στήσει αυτή την απάτη μπας και έτσι γίνει γνωστό το συγγραφικό του έργο – έχοντας από καιρό βαρεθεί την «κανονική» δουλειά του.

            Δεν μπορούσε παρά να αποτύχει. Κι όταν η αλήθεια μαθεύτηκε, ο Άλκης Δόρκας επέστρεψε στην αφάνεια, σαφώς απογοητευμένος. Μέχρι που ένας εκδοτικός οίκος του ζήτησε να γράψει ένα βιβλίο για όλη αυτή την ιστορία της απάτης και της προσωρινής φήμης. Εθισμένος στο αστυνομικό μυθιστόρημα, ο Άλκης Δόρκας διάνθισε στο βιβλίο του την όλη υπόθεση με ένα φόνο που δεν έγινε ποτέ και τον αβυσσαλέο, δήθεν, έρωτα ενός μεσήλικα νοσοκόμου με μια σταρ της τηλεόρασης. 

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ #4

#4 Και το ξημέρωμα αργούσε

Η είσοδος του στον εκδοτικό ήταν όπως και σε οποιονδήποτε άλλο χώρο: αυτοκρατορική, λες και το μέρος του ανήκε. Ανέβηκε στο γραφείο του εκδότη, του Γιώργου Πρώσου, πέταξε το παλτό που έφερε στους ώμους στον καναπέ – αποκαλύπτοντας έτσι το καλοραμμένο του ριγέ κοστούμι - και κάθισε ράθυμα, δήθεν ξεθεωμένος από τη φήμη, σε μια από τις δύο χαμηλές δερμάτινες πολυθρόνες απέναντι από το μεγάλο αφεντικό. Έβγαλε τα γυαλιά ηλίου του και κοίταξε τον εκδότη με ένα κραυγαλέα ψεύτικο βλέμμα κούρασης – αχ, αυτή η διασημότητα που έρχεται πακέτο με το ταλέντο!
            Ωστόσο, ο Πρώσος τον συμπαθούσε – του έφερνε πολλά λεφτά - κι έτσι δεν τον κούραζε αυτή η προσποίηση, αυτός ο στόμφος. Παρόλο που ο συγγραφέας είχε έρθει για να συζητήσουν για τις πωλήσεις του προηγούμενου βιβλίου του και την ετοιμασία του επόμενου, ο εκδότης είχε κάτι άλλο κατά νου:
            -Πέρασε τις προάλλες ο αδερφός σου. Μου άφησε ένα κείμενο.
            -Κείμενο; Μα δεν είναι ακόμα έτοιμο.
            -Δικό του, όχι δικό σου.
            Ο συγγραφέας έδειξε να χάνει τα λόγια του, την ψυχραιμία του. Τελικά, ξανάβαλε τα γυαλιά ηλίου του.
            -Α, ναι, ναι. Το έχω διαβάσει.
            -Αλήθεια;! Και τι έχεις να πεις.
            -Στη θέση σου, δεν θα ασχολιόμουν με τέτοιες σαχλαμάρες.
            -Μα…
            Ο συγγραφέας απέτρεψε οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση επί του θέματος και έστρεψε την προσοχή του εκδότη στα δικά του γραπτά. Όταν η μεταξύ τους κουβέντα –που ήταν πολύ ενθαρρυντική για τον ήδη πετυχημένο συγγραφέα – έφτασε στο τέλος της, ο ευπώλητος έφυγε από τον εκδοτικό με βήμα ταχύ, που φανέρωνε ιδιαίτερο εκνευρισμό. Μα τι θράσος αυτός ο αδερφός μου! Να τολμήσει να μπει στα χωράφια μου; Γιατί; Επειδή χώρισε μετά από είκοσι χρόνια γάμου; Τι, δηλαδή, όποιος χωρίζει, αρχίζει να γράφει μυθιστορήματα; Κάνε μας τη χάρη…
            Φτάνοντας στο σπίτι – όπου φιλοξενούσε τον πρόσφατα χωρισμένο αδερφό του – τον φώναξε στο σαλόνι και του έριξε την κατσάδα που του ετοίμαζε εδώ και ώρα.
            -Τι νόμιζες; Επειδή χώρισες, απέκτησες ξαφνικά ταλέντο; ήταν η κατακλείδα της ιδιαίτερα σκληρής και θορυβώδους επίπληξης.
            Ο αδερφός περίμενε υπομονετικά να τα βγάλει όλα από μέσα του ο συγγραφέας, και τελικά είπε:
            -Δεν χώρισα.
            -Τι;
            -Δηλαδή, είχα χωρίσει, αλλά τα ξαναβρήκαμε. Γυρίζω σπίτι. Χάρισμά σου τα βιβλία και η δόξα.

            Και όντως γύρισε. Ο συγγραφέας έμεινε και πάλι μόνος του, στην αχανή μα άδεια σπιταρόνα του. Με δόξα και βιβλία και λεφτά. Αλλά μόνος. Και το ξημέρωμα αργούσε ακόμα. 

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ # 3

# 3 Η ηδονή της δολιοφθοράς

(Σημείωση: το παρακάτω κείμενο, όπως και άλλα δικά μου, αδημοσίευτα προς το παρόν, εκτυλίσσεται στη φανταστική ευρωπαϊκή χώρα Εολάνδη, που τοποθετείται νοερά κάπου στην κεντρική ή ανατολική Ευρώπη και φέρει φυσικά όλα τα θετικά στοιχεία αλλά, κυρίως, όλες τις παθογένειες μιας χώρας της Γηραιάς Ηπείρου.)

-Μα, υπουργέ μου… εξοχότατε, ήθελα να πω, θα επιτρέψετε να λάβει μια τόσο υψηλή τιμή ένας τόσο θρασύς άνθρωπος;!
      Ο υπουργός πολιτισμού Κάβεν Πόρετ έγειρε πίσω στην ακριβή, δερμάτινη πολυθρόνα του και ξεφύσηξε – από οργή για το γλοιώδη τρόπο του συνομιλητή του ή για τα νέα που αυτός έφερνε, ήταν δύσκολο να πει κανείς. Έπειτα, έφερε τα χέρια του στο ύψος της πλακουτσωτής μύτης του και κοίταξε τον κομιστή των νέων, το συγγραφέα Έλσον Πέλκοτ, κατευθείαν στα μάτια, με το ίδιο βλοσυρό βλέμμα που επεφύλασσε σε όλους τους ανθρώπους που θεωρούσε κατωτέρους του ή, απλά, αδιάφορους.
     Το θράσος και η έλλειψη σεβασμού ήταν τα τελευταία πράγματα που ενδιέφεραν τον Πέλκοτ – ο υπουργός το ψυλλιαζόταν αυτό -, αλλά η πιθανότητα να βραβευτεί με το Νόμπελ ένας άνθρωπος ανοιχτά αριστερός, και, μάλιστα, ευθαρσώς επικριτικός απέναντι στα πεπραγμένα του κόμματος και της κυβέρνησης, όπως ο Λίπετ Κέμερι, εξόργιζε αυτό το σκοταδόψυχο μέλος της εολανδικής κυβέρνησης μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε. Παρόλο που βαριόταν τις χαμερπείς συκοφαντίες του Πέλκοτ, τελικά αποφάσισε να συμπορευτεί μαζί του.
   Τους επόμενους μήνες, η κυβέρνηση της Εολάνδης, οι ανά τον κόσμο πρεσβείες της, οι περισσότεροι διάσημοι Εολανδοί και -κυρίως- τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ήλεγχε το καθεστώς εξαπέλυσαν έναν τέτοιο πόλεμο ενάντια στον Λίπετ Κέμερι, που η σουηδική ακαδημία αποφάσισε να μην ξανασχοληθεί ποτέ με την περίπτωσή του, όχι μόνο εκείνη τη χρονιά, αλλά και γενικά. Ο Κέμερι, για κάποιους ο πιο σπουδαίος συγγραφέας που είχε βγάλει ποτέ η Εολάνδη, έχασε την ευκαιρία να λάβει την ύψιστη συγγραφική τιμή – αλλά συνέχισε να απολαμβάνει τη φήμη και την εκτίμηση όλης της υφηλίου και τα λεφτά που τις συνόδευαν.
  Ο Πέλκοτ δεν κατάφερε ποτέ τίποτα τέτοιο. Απλά συνέχισε να έχει κάποιους σταθερούς αναγνώστες εντός των εολανδικών συνόρων κι αυτό ήταν όλο. Με τον Κέμερι είχαν υπάρξει κολλητοί φίλοι ως νέοι, αλλά ο μεν Κέμερι είχε κερδίσει την καθολική καταξίωση, ο δε Πέλκοτ είχε απλώς γίνει συμπαθής σε μια μικρή μερίδα του κοινού και των κριτικών. Φυσικά, η σύγκριση με τον αλλοτινό του φίλο γέμιζε τον Πέλκοτ με πικρία, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ ούτε να αποτρέψει ούτε να ανατρέψει την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί. 
     Όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο εκείνος ξεθώριαζε. Στο τέλος απέμεινε μόνος του. Τον φρόντιζαν δύο δίδυμοι θαυμαστές του, ένας νεαρός άντρας και μια νεαρή γυναίκα, που τον έβλεπαν σαν τον μεγαλύτερο γραφιά που πέρασε ποτέ από τη χώρα τους. Στο νεκροκρέβατό του τον ρώτησαν, γεμάτοι ενδιαφέρον και αγάπη, ποιο θεωρούσε πως ήταν το μεγαλύτερο λογοτεχνικό του επίτευγμα.
      -Το Νόμπελ, μουρμούρισε εκείνος.
      Ο νεαρός, που ήταν καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού, κοίταξε την αδερφή του απορημένος. Εκείνη, που στεκόταν λίγο πιο πίσω, έφερε το χέρι της στο στόμα της για να συγκρατήσει τους λυγμούς της, νομίζοντας πως τώρα στα τελευταία του ο εγκέφαλος του Πέλκοτ είχε εκφυλιστεί εντελώς. Ο νεαρός ξαναγύρισε προς τον ετοιμοθάνατο συγγραφέα.
       -Μα, δάσκαλε, δεν κερδίσατε ποτέ το Νόμπελ.
       -Όχι, αλλά απέτρεψα κάποιον άλλον από το να το κερδίσει. Του πήρα τη μπουκιά από το στόμα, του καθάρματος.
    Τα δίδυμα δεν ήξεραν τι να απαντήσουν ούτε και γνώριζαν σε ποιον αναφερόταν ο γέρος. Μάντεψαν πως επρόκειτο για το Λίπετ Κέμερι, για τον οποίον ο γέρος έχυνε πολύ συχνά τη χολή του. 
      Μετά από λίγα λεπτά ξεψύχησε, με το όνομα της από καιρό πεθαμένης μητέρας του στα χείλη του. Τα δίδυμα του έκλεισαν τα μάτια και φρόντισαν τα της κηδείας του. Στην τελετή ταφής παρευρέθηκαν ελάχιστοι, αλλά η νεαρή κοπέλα που είχε φροντίσει τον εκλιπόντα μαζί με τον αδερφό της, αναγνώρισε ανάμεσα στους πενθούντες τον σπουδαίο Λίπετ Κέμερι, ταλαιπωρημένο από το πέρασμα των χρόνων, αλλά παράλληλα ειλικρινά λυπημένο για την απώλεια του αλλοτινού του φίλου. Τον έδειξε διακριτικά στον αδερφό της και οι δυο τους συνειδητοποίησαν πως ο σπουδαίος συγγραφέας είχε συγχωρήσει τον αποδημήσαντα φίλο τους. 
      Η κηδεία ήταν σύντομη και λιτή. Μετά το πέρας της, ο Κέμερι μπήκε στη λιμουζίνα του και χάθηκε στο σούρουπο, χωρίς να πει κουβέντα σε κανέναν. Τα δίδυμα πήραν το δρόμο της επιστροφής με τα πόδια. Λίγο πριν φτάσουν στην πύλη του κοιμητηρίου, η κοπέλα τόλμησε να ξεστομίσει αυτό που και εκείνη και ο αδερφός της σκέφτονταν όλες αυτές τις μέρες και ειδικά από τη στιγμή που εντόπισαν τον Λίπετ Κέμερι ανάμεσα στους παρευρισκομένους στην κηδεία: είχαν αδικήσει κατάφωρα τους εαυτούς τους με το να προσφέρουν τόσο χρόνο και τόση φροντίδα στον Έλσον Πέλκοτ, έναν άνθρωπο που μέτραγε την αξία και την επιτυχία του με βάση όχι τα δικά του κατορθώματα, αλλά το κατά πόσο είχε αποτρέψει τα κατορθώματα κάποιου άλλου. 


Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ # 2

#2: Ο "Καρκίνος του πνεύματος"

Δημόσια, στο διάλογο που εκτυλίχτηκε μεταξύ τους σε κάποιο κοινωνικό μέσο, ο πενηντάρης συγγραφέας Άγγελος Βαρσάμης αντιμετώπισε την αρνητική κριτική που είχε επιφυλάξει στο τελευταίο βιβλίο του ο νεαρός, ανερχόμενος μπλόγκερ Άλκης Αθανασίου με ψυχραιμία και ευγένεια – ακόμα και με ευγνωμοσύνη, έλεγε, για την εμπεριστατωμένη και χωρίς φόβο ή πάθος αποδόμηση του κειμένου του από το νεαρό γραφιά. Ιδιωτικά, ωστόσο, ο Βαρσάμης έβραζε στο ζουμί του: ήθελε όσο τίποτα να εκδικηθεί αυτό το «τσουτσέκι» που είχε τολμήσει να τον αμφισβητήσει, ήθελε να τον αφανίσει, να τον τελειώσει, να τον ακυρώσει δια παντός. Ξεκίνησε αυτή τη διαδικασία «αφανισμού» του νεαρού μπλόγκερ με το να παραινεί τους κοινούς τους γνωστούς να μη στέλνουν βιβλία τους στον Αθανασίου για κριτικές και παρουσιάσεις. Στη συνέχεια σταμάτησε να κοινοποιεί στη σελίδα του κείμενα του περί ου ο λόγος – όχι μόνο σχετικά με βιβλία του ίδιου του Βαρσάμη αλλά και σχετικά με βιβλία τρίτων.
            Αλλά την καλύτερη ευκαιρία για εκδίκηση του την πρόσφερε ο ίδιος ο Άλκης Αθανασίου: λίγες εβδομάδες μετά τη δημοσίευση της δυσμενέστατης κριτικής, σε κάποια ποιητική βραδιά, αδιάφορη για το πνεύμα αλλά χορταστική για το στομάχι, ο νεαρός μπλόγκερ πλησίασε τον πενηντάρη συγγραφέα, και με περισσή, ανεξήγητη ταπεινότητα, του ζήτησε να διαβάσει ένα πόνημά του, ένα σύντομο μυθιστόρημα, και, εφόσον ο Βαρσάμης το έβρισκε ενδιαφέρον, να το προωθούσε στον εκδότη του, το Γιώργο Πρώσο. Ο Βαρσάμης πήρε στα χέρια του το δακτυλόγραφο, καταφέρνοντας μετά βίας να συγκρατήσει τα γέλια μοχθηρίας που σκαρφάλωναν καλπάζοντας από τα βάθη της ύπαρξής του ως το μικρό του στόμα. Του έριξε δυο ματιές και έπιασε με προσποιητό ενδιαφέρον την κουβέντα με τον νεαρό μπλόγκερ περί του συγκεκριμένου κειμένου και περί της εμπειρίας της συγγραφής γενικότερα. Έπειτα από λίγο, μια νεαρή ποιήτρια απέσπασε την προσοχή του έμπειρου συγγραφέα, κι ο μπλόγκερ αποσύρθηκε προς κάποιο άλλο «πηγαδάκι», με μια κάποια ντροπαλοσύνη και αμηχανία.
            Ο Βαρσάμης συζήτησε λίγο ακόμα με την ποιήτρια κι έπειτα αποχώρησε από το εντευκτήριο που φιλοξενούσε την ποιητική βραδιά. Φεύγοντας, πέταξε το δακτυλόγραφο του Αθανασίου στον πρώτο κάδο απορριμμάτων που συνάντησε στο δρόμο του.

*

Λίγες ώρες μετά, καθώς ο ήλιος ανέτελλε πάνω από τη μεγαλούπολη, ένας ταλαιπωρημένος κύριος που πλησίαζε τα εβδομήντα, με λερωμένα ρούχα και κουρασμένο βήμα, βγήκε στη γύρα με το παλιό, νοτισμένο πια από τους λεκέδες καροτσάκι της λαϊκής της νεκρής εδώ και χρόνια γυναίκας του, μήπως κι έβρισκε κάτι στους κάδους της γειτονιάς του, που να μπορούσε να αξιοποιήσει, είτε προς βρώση είτε προς μεταπώληση.
            Βρήκε τελικά ένα μεγάλο γυάλινο μπουκάλι, μερικά άδεια κουτάκια αναψυκτικών κι έναν μικρό τενεκέ που είχε ακόμα λίγο λάδι μέσα του. Βρήκε επίσης ένα πεταμένο δακτυλογραφημένο μυθιστόρημα: «Ο καρκίνος του πνεύματος», του Άλκη Αθανασίου. Προς στιγμήν, ο ταλαιπωρημένος κύριος σκέφτηκε να πετάξει ξανά στον κάδο το κείμενο και να αρκεστεί στα υπόλοιπα ευρήματά του. Έπειτα, όμως, θυμήθηκε πόσο του άρεσε παλιά το διάβασμα κι ότι είχε αναγκαστεί να πουλήσει σταδιακά όλα του τα βιβλία στα παλιατζίδικα για δυο δεκάρες και ότι η τηλεόραση, η μόνη διασκέδαση που του είχε μείνει στο μικρό, στενάχωρο από κάθε άποψη διαμέρισμά του, είχε γίνει πια αποκρουστική, με όλη αυτή την καταστροφολογία και την προπαγάνδα των δημοσιογράφων της.
            Πήρε, λοιπόν, μαζί του το δακτυλόγραφο, όπως επίσης και τα δοχεία. Όταν επέστρεψε σπίτι από την αναζήτησή του, έκατσε σε μια από τις καρέκλες της κουζίνας και το διάβασε. Τον συνεπήρε τόσο, που δεν σηκώθηκε από την καρέκλα του μέχρι που το τελείωσε. Κλείνοντας το οπισθόφυλλο της εκτύπωσης, ένοιωσε ευγνωμοσύνη για το συγγραφέα του, που του είχε αφηγηθεί, μέσα από τις μαύρες λέξεις στο λευκό φόντο, μια ιστορία τόσο αληθινή κι όμως τόσο μαγική.
            Επέστρεφε συχνά σε αυτό το κείμενο, όταν γύρευε να ξεφύγει από τη δυστυχία του, την εξαθλίωση, τη μοναξιά του – και κάθε φορά έβρισκε εντός του κάτι να κρατηθεί μέχρι την επόμενη μέρα, την επόμενη αναζήτηση στους κάδους, το επόμενο συσσίτιο, την επόμενη επίσκεψη σε κάποιον, λίγο πιο τυχερό γείτονα που θα του έδινε ένα ελάχιστο κάτι από το υστέρημά του. Έτσι πορευόταν.

*

Από καιρού εις καιρόν, τον κύριο Παντελή – έτσι ήταν το όνομά του – τον επισκεπτόταν η ανιψιά του από την Πρέβεζα, η Δώρα, που κατέβαινε στην Αθήνα για τις εξετάσεις του παιδιού της. Έμενε δυο-τρεις μέρες στο μουντό διαμέρισμα μαζί με τον κύριο Παντελή και τον μικρό Αντώνη - που είχε ένα πρόβλημα στην καρδιά του και είχε αναγκαστεί να βάλει βηματοδότη -, και φρόντιζε τον κακότυχο θείο της, του μαγείρευε πράγματα που έφερνε μαζί της από πάνω, του φόραγε καινούριες παντόφλες και πυτζάμες που δεν κάνανε πια στον άλλο, τον μεγαλύτερο γιο της.
            Σε μια από αυτές τις επισκέψεις, εκεί που τακτοποιούσε την κρεβατοκάμαρα του κυρίου Παντελή, βρήκε το κείμενο που τόσο είχε γοητεύσει το θείο της. Ο τίτλος της φάνηκε αποκρουστικός, ωστόσο, όταν το ξεφύλλισε, το ίδιο το κείμενο τη συνεπήρε τόσο πολύ που σταμάτησε να το διαβάζει μόνο όταν θυμήθηκε πως έπρεπε να πάει το παιδί στο νοσοκομείο.
            Έβαλε το κείμενο στην τσάντα της και βγήκε στο δρόμο με τον μικρό για να πάρει το λεωφορείο. Όσο περίμενε να τελειώσουν οι εξετάσεις, βυθίστηκε ξανά στον κόσμο που είχε στήσει ο άγνωστός της συγγραφέας, το ίδιο συνεπαρμένη όπως και πριν. Μετά από λίγο, ο γιατρός, ένας ψηλός, ιδιαίτερα εμφανίσιμος πενηντάρης, την κάλεσε στο γραφείο του. Η Δώρα απέθεσε το δακτυλόγραφο στην ξύλινη επιφάνεια του γραφείου του και βολεύτηκε σε μια από τις καρέκλες, δίπλα στο γιο της, περιμένοντας από το γιατρό να της αναλύσει τα ευρήματά του.
            Οι εξετάσεις ήταν θετικές κι η Δώρα με το γιο της βγήκαν από το γραφείο του γιατρού γεμάτοι χαρά. Φεύγοντας, όμως, η γυναίκα ξέχασε να πάρει μαζί της το κείμενο που τόσο την είχε γοητεύσει.
            Ο γιατρός, ονόματι Πανόπουλος, δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του εκτυπωμένου λογοτεχνικού κειμένου στο γραφείο του παρά ώρες αργότερα, όταν ετοιμαζόταν πια να φύγει από το νοσοκομείο. Περιεργάστηκε το δακτυλόγραφο και βρήκε κάπως ενδιαφέροντα τον τρόπο που ο τίτλος μπέρδευε το ιατρικό με το άυλο. Άνοιξε το σπιράλ και άρχισε να διαβάζει τις πρώτες γραμμές. Γυρίζοντας σπίτι διάβασε καμιά εικοσαριά σελίδες ακόμα και ολοκλήρωσε τελικά την ανάγνωση μέσα στο Σαββατοκύριακο που ακολούθησε, γοητευμένος κι αυτός από την υπέροχη πρόζα του νεαρού αγνώστου.
            Σε μια κουβέντα περί βιβλίων, λίγες μέρες μετά, σε κάποιο φιλικό τραπέζι, δεν μπορούσε παρά να εκθειάσει αυτό το κείμενο που τόσο τον είχε σαγηνεύσει – αναφέροντας, βέβαια, και τον τρόπο με τον οποίο το δακτυλόγραφο είχε φτάσει στα χέρια του.
            Η ιστορία θα έμενε εκεί, αν εκείνο το βράδυ, στο ίδιο τραπέζι, δεν παρευρισκόταν και η Άλκηστις Πρώσου, η κόρη του γνωστού εκδότη, που άκουσε την αφήγηση του μεγαλογιατρού πρώτα με διάθεση ειρωνείας και έπειτα με όλο και αυξανόμενη περιέργεια.

*

Δύο μήνες μετά από την παράδοση του δακτυλογράφου στα χέρια του Άγγελου Βαρσάμη, ο Άλκης Αθανασίου ελάμβανε ένα μέιλ από την υπεύθυνη των εκδόσεων Πρώσου, που τον πληροφορούσε πως το κείμενό του, με τίτλο «Ο Καρκίνος του πνεύματος» τους είχε αρέσει πολύ και πως θα τους ενδιέφερε να συζητήσουν μαζί του το ενδεχόμενο της έκδοσής του.

            Στην πρώτη παρουσίαση, λίγους μήνες μετά, ο Άγγελος Βαρσάμης ήταν κι αυτός παρών, ως ο ένας εκ των δύο προσκεκλημένων ομιλητών. Στο λογύδριό του, δεν παρέλειψε να τονίσει ότι αυτός ήταν που είχε πείσει, μετά από αλλεπάλληλες συζητήσεις, τον εκδότη Γιώργο Πρώσο πρώτα να διαβάσει και έπειτα να εκδώσει τον «Καρκίνο του πνεύματος».  

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ #1

#1: ένα πείραμα

Την περίμενε χρόνια αυτή τη στιγμή: τη στιγμή που η Ελίζα, η παλιά του κοπέλα, θα αναγνώριζε το ταλέντο του και την επιμονή του να πετύχει.
            Στο τηλέφωνο, εκείνο το βράδυ, μετά από δέκα σχεδόν χρόνια απουσίας από τη ζωή του, η φωνή της του ακούστηκε τόσο γνώριμη κι όμως τόσο αλλαγμένη, ποτισμένη με περισσότερη τρυφερότητα και κατανόηση.
            -Η Ελίζα είμαι.
            -Η Ελίζα;
            -Η Ελίζα Λόη. Remember?
            -Α, ναι, ναι. Έλα, ρε, τι κάνεις;
            -Μια χαρά. Εσύ;
            -Καλά.
            -Απλώς καλά; Είμαι σίγουρη πως πετάς από την ευτυχία σου. Το βιβλίο σου πουλά σαν τρελό.
            -Ε… εντάξει…
            -Τι «εντάξει»; Το διάβασα κι εγώ. Είναι εξαιρετικό.
            -Υπερβολές.
            -Σε είχα αδικήσει πολύ…
            -Μην αγχώνεσαι.
            -Αγχώνομαι, αγχώνομαι.
            Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιωπής, την ξανάκουσε να του μιλά:
-Ξέρεις, έχω αρχίσει να γράφω κι εγώ τελευταία.
            -Αλήθεια;
            -Ναι. Σκεφτόμουν μήπως ήθελες να διαβάσεις κάτι δικό μου. Έτσι, για να μου πεις τη γνώμη σου.
            -Ναι, όποτε θες.

Συναντήθηκαν και του έδωσε το γραπτό της – ένα σύντομο μυθιστόρημα. Εκείνος το πήρε σπίτι και στρώθηκε κατευθείαν στο διάβασμα.
            Για τις επόμενες ώρες δεν έκανε τίποτα άλλο. Μόνο διάβασε, διάβασε, διάβασε. Κι όταν τελείωσε, διάβασε ξανά το κείμενο της Ελίζας, προκειμένου να βεβαιωθεί.
            Δεν του άρεσε καθόλου. Αλλά σκέφτηκε πως… αν της έλεγε την αλήθεια, εκείνη ίσως δεν του ξαναμίλαγε ποτέ. Ενώ αν της έλεγε πως ήταν ωραίο, ίσως την έριχνε ξανά στο κρεβάτι του.
            Δεν ήξερε τι να κάνει, κι η Ελίζα γινόταν πιεστική. Του ζητούσε ξανά και ξανά να συναντηθούν. Εκείνος δεν μπορούσε παρά να ενδώσει τελικά.
            Όταν ξανασυναντήθηκαν, τον ρώτησε, με ένα πλατύτατο χαμόγελο ανυπομονησίας στα χείλη:
            -Λοιπόν;
            -Λοιπόν, τι;
            -Πώς σου φάνηκε; Το κείμενο…
            -Δεν…
            -Δεν, τι… ;
            Ο ευπώλητος βρήκε το θάρρος και το ξεστόμισε:
            -Δεν μου άρεσε.
            Η Ελίζα γέλασε με την ψυχή της.
            -Ούτε κι εμένα μου άρεσε, του είπε. Είναι πολύ πρωτόλειο.
            -Ε, τότε;
            -Στο έδωσα για να δω αν είσαι όντως τόσο αντικειμενικός όσο ισχυρίζεσαι στις συνεντεύξεις σου, τόσο υπέρμαχος της σπουδαίας τέχνης, ή αν παραμένεις λιγούρης για έρωτα.
            -Και τώρα; Τι κατάλαβες;
            -Κατάλαβα πολλά. Και τώρα θέλω να σου δώσω ένα κείμενο που πραγματικά πιστεύω πως αξίζει πολλά.


Του το έδωσε. Εκείνος το διάβασε και ξετρελάθηκε. Τη βοήθησε να βρει εκδότη. Το βιβλίο πήγε πολύ καλά. Η Ελίζα ένοιωθε μεν ευγνώμων, αλλά ποτέ δεν θέλησε να ξαναγίνει ζευγάρι με τον άλλον. Όσο κι αν τον πονούσε αυτό, ο παλιός της εραστής ήταν από την άλλη ευχαριστημένος από τη γνώση πως δεν είχε βάλει τα πιο ταπεινά του ένστικτα πάνω από την τέχνη του.