Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Ιστορίες από το κέντρο και το έκκεντρο # 5


(Και καλά τέχνη....) 


(...)




(Fisherman's Blues In Preveza)


(Bright Lights, Big City # 1)


(Bright Lights, Big City # 2)


(Νοσταλγική Πάτρα)


(Ο γλυκύς χορός των ηδυπότων)


(Η χειμερία νάρκη ενός θερινού σινεμά)


(Ψυχεδελικά προάστεια # 1)


(Ψυχεδελικά προάστεια #2)


(Το κρεμαστό ποδήλατο των Εξαρχείων)


(Το πρότζεκτ με τα μονά εγκαταλελειμμένα παπούτσια προφανώς συνεχίζεται)

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Ριζίτικαnoisejazzmetalπαραδοσιακάimprovταπάντα - Για την περίπτωση Xylouris-White

(Μου λένε συχνά πως είμαι υπερβολικός όταν μιλώ ή γράφω για κάτι που μου αρέσει πάρα πολύ ή καθόλου μα καθόλου. Οh well, here goes another rant…)
Η αξία του Γιώργου Ξυλούρη (Ψαρογιώργη) και του Jim White ως ξεχωριστών μουσικών περιπτώσεων είναι εγνωσμένη και δεν χρειάζεται να αναλυθεί παραπάνω. Αλλά αυτό που έχουν μαζί, ως Xylouris White, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτά που έχουν κάνει ως τώρα, και, μάλιστα, κάτι που δεν επιδέχεται εύκολα εξηγήσεων και περιγραφών. Από τη μία έχεις το βιρτουοζικό παίξιμο του Γ. Ξυλούρη, αυτή την άριστη γνώση των κρητικών μουσικών κωδίκων αλλά και την εξαιρετική αυτοσχεδιαστική ικανότητα, και από την άλλη έναν ντράμερ σαν τον J. White, που, με το επίσης αρτιότατο παίξιμό του, συμπληρώνει, τονίζει, απογειώνει τις νότες, τους ρυθμούς και τις αρμονίες που βγαίνουν από το λαούτο και το στόμα του συνεργάτη του και σπρώχνει τον ήχο των δυο τους προς τα κάτι ακόμα πιο συναρπαστικό.
Το προχτεσινό λάιβ του διδύμου στο Ίλιον Plus ήταν ασυνήθιστο, ξεσηκωτικό και – για να χρησιμοποιήσω το αρχι-κλισέ- διονυσιακό, με ήχο άλλοτε σκληρό και σκοτεινό, άλλοτε περίτεχνο, ευδαιμονικό κι άλλοτε ανατριχιαστικά συγκινητικό– ήχο, τέλος πάντων, που δεν σε άφηνε ποτέ αδιάφορο ή ασυγκίνητο. Παίξανε για κάτι παραπάνω από δύο ώρες (ο Ψαρογιώργης για περίπου τρία τέταρτα με μια λιγότερη χορδή στο λαούτο του) και πιστεύω πως δεν αφήσανε κανέναν ανικανοποίητο.
Για καθέναν από τους δύο ξεχωριστά: ο μεν Jim White, που μοιάζει λίγο σαν μια ζωντανεμένη δαγκεροτυπία του Φλωμπέρ ή του Μπαλζάκ – απλά με πιο φουντωτά μαλλιά -, είναι περσόνα από τις λίγες. Με ένα σχεδόν μόνιμο μειδίαμα στα χείλη του, παίζει ντραμς με όλο του το σώμα, σε μια συνεχή χορογραφία. Θα τον παρομοίαζα με τον Keith Moon, όχι επειδή είναι τόσο εξωστρεφής ή θορυβώδης ή φαντασμαγορικός όσο ο μακαρίτης πια ντράμερ των Who, αλλά επειδή ο ήχος του είναι σαρωτικός και επειδή το σόου που δίνει δεν αφορά μόνο στα παιξίματα – επίσης δεν είναι κάποιος που απλώς σιγοντάρει.
Ο Γιώργος Ξυλούρης είναι πολύ μεγάλος μουσικός, αλλά αυτό που με εντυπωσίασε ήταν η φωνή του, που άλλοτε έμοιαζε με τον πατέρα του, τον Ψαραντώνη, κι άλλοτε με τον Νίκο Ξυλούρη – κι αυτό δεν είναι μια τεμπέλικη παρομοίωση από μέρους μου ούτε μια κεκαλυμμένη κατηγορία: είναι απλά ένα (πολύ θετικό) γεγονός. Πρόκειται για πολύ καλό μουσικό αλλά και για πολύ καλό τραγουδιστή.
Εκτός των παραπάνω, από την προχτεσινή βραδιά κρατώ το χορό της ψιλόλιγνης κυρίας από το κοινό, κάπου προς το τέλος του λάιβ, την έκσταση της κοπέλας με το κόκκινο μπουφάν που καθόταν ακριβώς δίπλα στον Γ. Ξυλούρη, τον ψηλό φωτογράφο με τα dreads, που, ανάμεσα στις φωτογραφίες, χόρευε ο ίδιος και παραινούσε και το κοινό να κάνει το ίδιο, την κινηματογραφική παρουσία του ευγενέστατου ιδιοκτήτη του μαγαζιού και την εικόνα του γνωστού κινηματογραφικού κριτικού που παρακολουθούσε το λάιβ παντελώς ανέκφραστος, καθισμένος με την παρέα του σε δύο τραπέζια κοντά στη σκηνή, με δύο μπουκάλια ουίσκυ, λες και είχε έρθει στο σκυλάδικο της αρεσκείας του.

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Something For The Weekend

Αυτό το Σαββατοκύριακο, 19 και 20 Δεκεμβρίου, στο σπίτι της Μεσοποταμίας, μια προσπάθεια που αξίζει να στηρίξουμε όλοι: 






Περισσότερες λεπτομέρειες εδώ

Σούπερσταρ

Σήμερα, 17/12/2015 συμπληρώνονται τριάντα τρία χρόνια από την τελευταία λάιβ εμφάνιση της Κάρεν Κάρπεντερ. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 4/2/1983, η διάσημη τραγουδίστρια θα έφευγε από τη ζωή από καρδιακή ανεπάρκεια, προκληθείσα από νευρική ανορεξία. Με αφορμή αυτή την επέτειο αλλά και την πρόσφατη κυκλοφορία στις ελληνικές αίθουσες του τελευταίου φιλμ του Τοντ Χέινς, Κάρολ, ακολουθεί μια ματιά στην πρώτη μεσαίου μήκους ταινία του εν λόγω σκηνοθέτη, που είχε ως αντικείμενο την καριέρα και το θάνατο της τραγουδίστριας των Carpenters. 

Η ταινία, που χαρακτηρίζεται από την πρωτοτυπία να χρησιμοποιεί αντί ηθοποιών κούκλες της σειράς Μπάρμπι, γυρίστηκε το 1987 με πενιχρά μέσα και, ως επί το πλείστον, σε σκηνικά ειδικά κατασκευασμένα για να είναι ανάλογα προς το μέγεθος των κουκλών αυτών. 

Το εύρημα με τις Μπάρμπι θα μπορούσε να είναι ακριβώς αυτό, ένα εύρημα και μόνο, αλλά εκτός του ότι θα μπορούσε να σχετίζεται με την προαναφερθείσα πενιχρότητα των μέσων που είχε στη διάθεσή του ο σκηνοθέτης, αποδεικνύεται αρκούντως λειτουργικό και ευφυές, καθώς ο Χέινς, καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ, μικραίνει σταδιακά το σώμα της κούκλας που "παίζει" την Κάρεν, αναδεικνύοντας έτσι τόσο τη συνεχή απώλεια βάρους όσο και την πνευματική και ψυχική κατάπτωση της τραγουδίστριας, την ελάττωση της αυτοπεποίθησής της. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η χρήση των παιχνιδιών θα μπορούσε να αναγνωσθεί ως ένα σχόλιο πάνω στη θέση που κατέχουν η φήμη και η δόξα στα παιδικά όνειρα - έχουμε, όμως, να κάνουμε με ένα όνειρο που εν προκειμένω πάει στραβά. 

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χέινς ξεκινά την αφήγησή του (πέρα από την εναρκτήρια σκηνή της ανακάλυψης του πτώματος της Κάρεν Κάρπεντερ από τη μητέρα της) από τη στιγμή που το συγκρότημα των Carpenters "παίρνει μπρος". Η υπογραφή συμβολαίου με την εταιρεία A&M ακολουθείται, σε ένα τυπικό παράδειγμα ιδεολογικού μοντάζ, από μια εφιαλτική σκηνή γκρεμοτσακίσματος. 

Καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ, ο Χέινς παίζει με τις συμβάσεις του μέινστριμ, τυπικού biopic, (εδικά του άνοστου, τηλεοπτικού), με την ολοσκότεινη φωτογραφία, το απρόσωπο στοιχείο των κουκλών (σε αντίθεση με τη χρήση ενός κανονικού καστ), την παρατραβηγμένη σοβαρότητα των αφηγητών, και την αντιπαράθεση του γλυκερού ήχου των Carpenters με το ζόφο της εποχής κατά την οποία μεσουράνησαν. 

Μέσα σε όλα αυτά, η Κάρεν Κάρπεντερ αναδεικνύεται (σε βάρος όλων των άλλων προσώπων της ιστορίας) ως μια τυπική -και ταυτόχρονα εντελώς ιδιαίτερη και ξεχωριστή- περίπτωση ενοχικού, υπερευαίσθητου ανθρώπου, που δείχνει σαν να αδυνατεί να αποδεχτεί πως αξίζει να πετύχει και να ευτυχήσει, πως αξίζει κάτι παραπάνω από την καταπίεση και τον παραγκωνισμό. Επανερχόμενος στο ζήτημα της χρήσης κουκλών, θα τολμούσα να πω πως η Κάρεν παρουσιάζεται από τον Χέινς σαν μια κούκλα, δηλαδή σαν ένα παιχνίδι, ακριβώς για να αναδειχτεί η άποψή του πως υπήρξε ένα υποχείριο ενός συστήματος, μιας συγκεκριμένης νοοτροπίας από μέρος του περιβάλλοντός της, που της υπαγόρευε τα πάντα και από το οποίο δεν μπορούσε να δραπετεύσει παρά μόνο συρρικνώνοντας τον εαυτό της. 

Επιπλέον - και αυτό είναι δευτερεύον, αλλά έχει την αξία του - η Κάρεν Κάρπεντερ αναδεικνύεται σαν μια σπουδαία ερμηνεύτρια. Κάποτε, στα 1998, το περιοδικό Mojo την είχε συμπεριλάβει στους 100 καλύτερους τραγουδιστές, μετά από δημοψήφισμα που είχε διεξαγάγει ρωτώντας ένα πλήθος ομοτέχνων της. Αυτή η συμπερίληψη με είχε παραξενέψει τότε, αλλά, βλέποντας ξανά την ταινία του Χέινς, και ακούγοντας συγκεκριμένα το παρακάτω τραγούδι, που η γενιά μου το έμαθε από την εκτέλεση των Sonic Youth και το οποίο ακούγεται στους τίτλους αρχής της ταινίας του Χέινς, καταλαβαίνει κανείς πόσο πραγματικά σπουδαία φωνή υπήρξε η Κάρεν Κάρπεντερ.


Ωστόσο, ήταν ακριβώς αυτή η χρήση από μέρους του Χέινς τραγουδιών των Carpenters, που οδήγησε σε μήνυση από τον αδερφό και συνεργάτη της Κάρεν, Ρίτσαρντ, και τελικά, στην απόσυρση της ταινίας, το 1990. Παρόλα αυτά, το φιλμ κερδίζει με το πέρασμα του χρόνου όλο και περισσότερη φήμη. Ο Χέινς προχώρησε σε άλλα, πιο περίτεχνα πράγματα. Αλλά αυτή η ταινία παραμένει κάτι το ξεχωριστό ανάμεσα σε όλη την υπόλοιπη φιλμογραφία του. 

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Φτηνή ποπ για καταστασιακούς (The KLF - Πώς να κάνετε μια νούμερο ένα επιτυχία)

Το 1988, οι Timelords (Bill Drummond και Jimmy Cauty, παλιότερα The Justified Ancients of Mu Mu ή απλώς The JAMs, μετέπειτα The KLF), εκτός από τις προσωπικές τους επιτυχίες ή αποτυχίες, είχαν καταφέρει ως δίδυμο να παρακάμψουν κάμποσους από τους πάγιους υποτίθεται κανόνες της μουσικής βιομηχανίας, να κάνουν μπάχαλο το Top Of The Pops, να εξοργίσουν κάμποσους παλιότερους pop stars, αλλά και να κυκλοφορήσουν δύο αρκετά επιτυχημένους δίσκους μακράς διαρκείας και, κυρίως, ένα σινγκλ που ανέβηκε στην κορυφή των βρετανικών charts.



Ωστόσο, προτού προχωρήσουν στο επόμενο μουσικό/δισκογραφικό τους βήμα, οι δύο καλλιτέχνες αποφάσισαν να γράψουν –μεταξύ σοβαρού και αστείου- ένα εγχειρίδιο με οδηγίες σχετικά με το μπορεί κάποιος να κάνει το ίδιο: να βρεθεί, δηλαδή στο Νούμερο Ένα των βρετανικών charts. Το βιβλίο, με τίτλο “The Manual (How to have a number one the easy way)” κυκλοφόρησε το 1988 και το 2012 μεταφράστηκε επιτέλους στα ελληνικά, και εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Τοποβόρος (με τον μάλλον ατυχή τίτλο «Πώς να κάνετε μια νούμερο ένα επιτυχία»).

Οι Drummond και Cauty δείχνουν πάνω απ’ όλα να κατανοούν τον εφήμερο χαρακτήρα όχι μόνο της pop μουσικής και των κανόνων της βιομηχανίας που έχει στηθεί γύρω απ’ αυτήν αλλά και του ίδιου του κειμένου τους και των πραγμάτων που αυτό περιγράφει:

«… ένα βιβλίο που θα είναι τελείως παράκαιρο μέσα σε δώδεκα μήνες. Ένα παλιομοδίτικο κειμήλιο. Θα είναι χρήσιμο μόνο ως μικρό τεκμήριο κοινωνικής ιστορίας που καταγράφει τις φιλοδοξίες μιας συγκεκριμένης τάξης της βρετανικής κοινωνίας στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Τίποτα παραπάνω απ’ όσα θα μπορούσε να σας πει μια διαφήμιση σ’ ένα κυριακάτικο ένθετο. Είναι προφανές πως πολύ σύντομα οι Ιάπωνες θα διαθέτουν την κατάλληλη τεχνολογία και θα έχουν ρίξει το κόστος σε τέτοιο βαθμό που ο οποιοσδήποτε θα μπορεί να κάνει τα πάντα από το σπίτι του.» (σελ. 100)

Κι όμως, παρότι πολλά πράγματα σχετικά με τη μουσική βιομηχανία και τη διαδικασία ηχογράφησης και διακίνησης μουσικών έργων έχουν αλλάξει, το βιβλίο παραμένει αρκούντως επίκαιρο και ενδιαφέρον.

Οι δύο Timelords (στην ανά χείρας μετάφραση έχουν καταχωρηθεί ως The KLF, το όνομα που θα υιοθετούσαν αργότερα και με το οποίο είναι και πιο γνωστοί) ξεδιπλώνουν τη «μέθοδό» τους με ακρίβεια, κυριολεξία και οξυδέρκεια. Δείχνονται κυνικοί απέναντι στον κυνισμό της μουσικής βιομηχανίας. Αναδεικνύουν πόσο επίπλαστος και προκάτ είναι ο κόσμος του mainstream. Αποδομούν την έννοια του ταλέντου, διαιωνίζοντας το πνεύμα του πανκ: μπορείς να κάνεις τα πάντα – δεν χρειάζεσαι ούτε υπεράνθρωπες, βιρτουοζικές ικανότητες ούτε τη στήριξη κάποιου οικονομικού γίγαντα. Χρειάζονται μόνο κότσια. Οι δύο συγγραφείς δεν παραλείπουν να τονίζουν σε διάφορα σημεία του βιβλίου την αξία του να μπορείς να μπλοφάρεις και να μην κολλάς όταν οι δήθεν επαΐοντες σου λένε «αυτό δεν μπορεί να γίνει». Παράλληλα, κάνουν επίτηδες και συνειδητά κάμποσες διαδικασίες (ακόμα και ηχογράφησης) να φαίνονται βαρετές, κενές νοήματος και ψυχρές.

Μέσα σε όλο αυτό την παράθεση οδηγιών, οι δύο συγγραφείς παραθέτουν, όχι με επιδεικτική διάθεση, ένα πλήθος γνώσεων πάνω στην ιστορία και την κοινωνιολογία της popular μουσικής, της διαδικασίας ηχογράφησης, της νομοθεσίας περί πνευματικών δικαιωμάτων (κάτι που είχε προκαλέσει κάμποσα προβλήματα στους ίδιους), και του τρόπου που λειτουργούσε και θα λειτουργεί στο μέλλον η μουσική βιομηχανία. Διαβάστε, για παράδειγμα, το παρακάτω απόσπασμα, που στις μέρες μας φαίνεται σχεδόν κοινότοπο (ή έστω ότι περιγράφει κάτι το αρκετά συνηθισμένο), αλλά στους αναγνώστες του τότε ίσως φαινόταν σαν επιστημονική φαντασία:

«Καθώς ολοένα και περισσότεροι δημιουργοί αρχίζουν να συνειδητοποιούν πως έχουν τη δυνατότητα να παράγουν δίσκους μόνοι τους και να τους διαχειρίζονται όπως αυτοί θέλουν, διατηρώντας ταυτόχρονα όλα τα πνευματικά δικαιώματα και συνεπώς ένα μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας, το να υποθηκεύσεις την ψυχή σου και τα παράγωγά της για μια αιωνιότητα (ή τουλάχιστον για πενήντα χρόνια από τη μέρα που θα πεθάνεις) αντί να σκέφτεσαι το τώρα μοιάζει χαζό. Δεν έχει να κάνει με ιδεολογία, πρόκειται περί απλής, ξεκάθαρης επιχειρηματικής λογικής» (σελ. 39). 

Σε κάθε περίπτωση, μέσα σε όλα αυτά που περιγράφουν, οι Drummond και Cauty, δεν παραλείπουν συχνά-πυκνά να υπενθυμίζουν στον αναγνώστη πως την επίτευξη του στόχου (του Νούμερο Ένα) ακολουθούν πάρα πολλές φορές τα χρέη, ο αλκοολισμός, η απογοήτευση, η επιστροφή στην αφάνεια.

Το βιβλίο ως σύλληψη και μόνο είναι ένα συμπλήρωμα της σιτουασιονιστικής προσέγγισης των δύο συγγραφέων στη μουσική (και αργότερα στην κοινή καριέρα τους, στον κόσμο των εικαστικών), αν και, μέσα σε όλα, το κείμενο αυτό καθεαυτό καταρρίπτει τις ίδιες τους τις καταστασιακές πρακτικές αναφορικά με το μάρκετινγκ των δίσκων τους, πρακτικές που, κατά την παραδοχή του διδύμου, γίνονταν από ένα σημείο όλο και πιο εξωφρενικές.

Εν κατακλείδει, πρόκειται για ένα βιβλίο τόσο καλογραμμένο και ενδιαφέρον που μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί μέσα σε μια μέρα (ειδικά αν είσαι μουσικόφιλος). Η μόνη αρνητική επισήμανση που έχω προσωπικά να κάνω είναι η κακή φιλολογική επιμέλεια όσον αφορά τα ονόματα κάποιων ξένων καλλιτεχνών (βλ. Morissey αντί για Morrissey, Chakka Khan αντί για Chaka Khan – πριν από το όνομα της οποίας οι μεταφραστές έχουν τοποθετήσει αρσενικό άρθρο-, Aitkin αντί για Aitken, Sweets αντί για The Sweet)


Εκδόσεις Τοποβόρος, 2012, μτφρ. «Λοιποί»

(τέτοιες και άλλες ιστορίες κάθε Τρίτη στις οκτώ, εδώ)

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Ένας τραγουδιστής ονόματι Λέννον - αλλά όχι αυτός που νόμιζες

Την προηγούμενη Τρίτη στον Indieground έκανα -όπως κάθε όγδοη Δεκέμβρη, αλλά και κάθε ενάτη Οκτώβρη- ένα σύντομο αφιέρωμα σε έναν άνθρωπο που επηρέασε όσο λίγοι τη ζωή μου σε όλα τα επίπεδα: τον Τζον Λέννον. Ωστόσο, φέτος απέφυγα να παίξω οτιδήποτε από τους Μπιτλς ή τη σόλο δουλειά του (έστω και σε διασκευές), δίνοντας βάρος σε τραγούδια που έχουν γράψει και τραγουδήσει συγγενείς του, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας. Έτσι, την περασμένη Τρίτη ακούστηκαν τραγούδια από τον Τζούλιαν και τον Σον Λέννον, αλλά και ένα της Γιόκο Όνο, σε μια εξαιρετική διασκευή από τον Boy George. 

Έπαιξα, όμως, κι ένα ακόμα τραγούδι, από έναν άνθρωπο που γεννήθηκε σαν σήμερα, 14/12, πριν από εκατόν τρία χρόνια: το όνομα αυτού του ανθρώπου ήταν Alfred Lennon, και ήταν ο πατέρας του πιο-Μπιτλ-από-όλους-τους-Μπιτλς. 

Η ζωή του Άλφρεντ Λέννον υπήρξε - όπως και του υπερ-διάσημου γιου του - εξαιρετικά μυθιστορηματική, αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο. Η μητέρα του, Πόλλυ, τον έδωσε από νωρίς σε ορφανοτροφείο του Λίβερπουλ, μαζί με την αδερφή του, Ίντιθ, αδυνατώντας να ανταπεξέλθει στις οικονομικές απαιτήσεις της ανατροφής τους. Ευδιάθετος και ηδονοθήρας σαν χαρακτήρας, προσπάθησε από πολύ μικρή ηλικία να ασχοληθεί με τη μουσική και το θέατρο - διέθετε καλή φωνή και ήξερε να παίζει μπάντζο -, χωρίς, ωστόσο, να καταφέρει να μπει στο χώρο του θεάματος. Έκτοτε απασχολήθηκε σε διάφορες δουλειές, σε καμία από τις οποίες δεν μπόρεσε να στεριώσει.

Το 1938 παντρεύτηκε την μεσοαστικής καταγωγής Τζούλια Στάνλι, παρά την αντίθετη άποψη της οικογένειάς της. και αμέσως μετά έπιασε δουλειά σαν γκρουμ σε πλοίο του βρετανικού εμπορικού ναυτικού. Ο γιος του ζευγαριού, Τζον Γουίνστον, γεννήθηκε στις 9 Οκτώβρη του 1940, με τον πατέρα του απόντα. Κατά τα επόμενα χρόνια, ο Άλφρεντ έλειπε μακριά από το Λίβερπουλ, στέλνοντας απλώς επιταγές στη σύζυγό του, μέχρι που το 1943 έπαψε εντελώς να δίνει σημεία ζωής. Κάνοντας ξανά την εμφάνισή του το 1945, αποπειράθηκε χωρίς επιτυχία να επανασυνδεθεί με τη Τζούλια (που ήταν έγκυος εκείνη την περίοδο) και τον Τζον. Ένα χρόνο αργότερα, μάλιστα, επιχείρησε να πάρει μαζί του τον Τζον στη Νέα Ζηλανδία. Όταν και αυτή η απόπειρα στέφθηκε με αποτυχία, ο Άλφρεντ εξαφανίστηκε εντελώς από τη ζωή της οικογένειας της Τζούλια - ο μεν γιος του μεγάλωσε με την αδερφή της Τζούλια, Μίμι, βλέποντας σπάνια τη μητέρα του και ποτέ τον πατέρα του, η δε κόρη του ζευγαριού δόθηκε για υιοθεσία.

Ο Άλφρεντ δεν έδωσε ξανά σημεία ζωής παρά μετά την έκρηξη της Beatlemania, όταν και εμφανίστηκε στα γραφεία του manager Brian Epstein - ο γιος του κατέφθασε λίγο αργότερα, μετά από ειδοποίηση του Epstein, αλλά αρνήθηκε ακόμα και να δώσει το χέρι του στον Άλφρεντ. Ωστόσο, μερικές εβδομάδες αργότερα, o Άλφρεντ εμφανίστηκε ξανά, αυτή τη φορά στο σπίτι του Τζον και της τότε συζύγου του, Σύνθια. Αντικρύζοντάς τον, η νεαρή γυναίκα δήλωσε σοκαρισμένη από την ταλαιπωρημένη εμφάνιση του αγνώστου επισκέπτη αλλά και από την εκπληκτική ομοιότητά του με τον σύζυγό της. Ο Τζον αντέδρασε άσχημα για μια ακόμα φορά, αλλά, συν τω χρόνω, άρχισε να χτίζει τη σχέση του με τον μέχρι πρότινος εξαφανισμένο Άλφρεντ.

Όλα καλά, μέχρι που, λίγους μήνες αργότερα, ο Τζον Λέννον πληροφορήθηκε πως ο πατέρας του είχε ηχογραφήσει και κυκλοφορήσει ένα επτάιντσο σινγκλ. Η πρώτη πλευρά του εν λόγω δισκακίου - το τραγούδι που έπαιξα την προηγούμενη Τρίτη στον Indieground - ήταν το That's My Life, ένα τραγούδι, όπου ο Άλφρεντ (Freddie, σύμφωνα με τα credits του σινγκλ), αφηγείται τη ζωή του ως ενός απλού, λαϊκού, happy-go-lucky μεσήλικα. Το τραγούδι (γραμμένο από τον Άλφρεντ και τον Tony Cartwright, και ηχογραφημένο με τη συμμετοχή των Mitch Mitchell και Noel Redding, που αργότερα αποτέλεσαν την rhythm section των The Jimi Hendrix Experience) είναι μια σαφής "απάντηση" ή έστω αναφορά στο περίφημο In My Life των Μπιτλς (σύνθεση του Τζον Λέννον).



Η δεύτερη πλευρά του δίσκου, με τίτλο "The Next Time You Feel Important", κουνά το δάκτυλο σε όσους, κατά το κοινώς λεγόμενο, "σηκώνουν ψηλά τον αμανέ". 



Αυτή η κυκλοφορία λέγεται πως εξόργισε τον διάσημο Μπιτλ και πως ο τελευταίος προσπάθησε - διαμέσου  του Epstein - να εμποδίσει την εμπορική πορεία του δίσκου. Είτε εξαιτίας του φημολογούμενου δάκτυλου Τζον Λέννον είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο, το σινγκλ δεν πήγε καθόλου καλά εμπορικά - αν και ο Άλφρεντ κυκλοφόρησε αργότερα τρία ακόμα δισκάκια με την αρωγή του συγκροτήματος The Loving Kind (περισσότερα εδώ). 

Το 1966, ο Άλφρεντ γνώρισε και παντρεύτηκε την δεκαοκτάχρονη Pauline Jones. Μετά από παράκληση του πατέρα του, ο Τζον προσέλαβε για ένα διάστημα την συμβία του Άλφρεντ σαν νταντά του Τζούλιαν και υπεύθυνο της αλληλογραφίας των θαυμαστών. Ο Άλφρεντ και η Πωλίν έκαναν δύο παιδιά, τον Ντέιβιντ Χένρι και τον Ρόμπιν Φράνσις. 

Η τελευταία συνάντηση Άλφρεντ και Τζον έλαβε χώρα το 1970, στα τριακοστά γενέθλια του δεύτερου. Σύμφωνα με την εξιστόρηση του ίδιου του Άλφρεντ προς τον δικηγόρο του, ο διάσημος τραγουδιστής ξέσπασε οργίλα προς τον πατέρα του με ύβρεις προς εκείνον, αλλά και προς τη νεκρή από το 1958 Τζούλια, αλλά και τη Μίμι (επαναλαμβάνω: τα παραπάνω σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ίδιου του Άλφρεντ). 

Ο Άλφρεντ πέθανε το 1976, έχοντας στο μεταξύ γράψει κάτι σαν αυτοβιογραφία, την οποία έστειλε στον διάσημο γιο του, ελπίζοντας πως ο τελευταίος θα διάβαζε έναν απολογισμό της ζωής του συνολικά, αλλά και συγκεκριμένα της συμπεριφοράς του απέναντι στον Τζον και τη Τζούλια. Λίγο πριν ο Άλφρεντ πεθάνει από καρκίνο του στομάχου, ο Τζον του τηλεφώνησε στο νοσοκομείο, απολογούμενος για την συμπεριφορά του τα αμέσως προηγούμενα χρόνια. 

Για την ιστορία της επανασύνδεσης Άλφρεντ και Τζον πρωτοδιάβασα σε αυτήν την κάθε άλλο παρά αντικειμενική (δηλ., εν πολλοίς βιτριολική και συχνά ανακριβή) βιογραφία του διάσημου Μπιτλ. Στη συγγραφή του παραπάνω άρθρου με βοήθησε επίσης και η όχι πάντα αξιόπιστη wikipedia αλλά και η σχεδόν παντελώς αξιόπιστη Beatles Bible. Εννοείται πως είναι ευπρόσδεκτες τυχόν παρατηρήσεις ή διορθώσεις. 

Εν είδει υστερογράφου, παρακολουθήστε παρακάτω μια συγκινητική συνέντευξη της προαναφερθείσας Mimi Smith (nee Stanley) για τον διάσημο ανιψιό της στη βρετανική τηλεόραση, λίγο καιρό μετά τον άδικο χαμό αυτού:



Για περισσότερες τέτοιες ιστορίες και μουσικές, κάθε Τρίτη στις οκτώ το βράδυ, εδώ




Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Η λάθος λίστα - για το πρώτο μυθιστόρημα του Μόρισι

Υπάρχει κάτι το βαθιά ρατσιστικό στο να λες πως κάποιος δεν μπορεί να γράψει για κάτι που δεν έζησε ο ίδιος, κάτι που κείται πέρα από τα βιώματά του, τις καταβολές του, την κοινωνική του τάξη (και, βέβαια, υπάρχει αντίστοιχα κάτι το απύθμενα βλακώδες στο να αρνείσαι να γράψεις οτιδήποτε άλλο από αυτά που έζησες).
      Στο καινούριο του βιβλίο –και πρώτο του μυθιστόρημα- ο Μόρισι πέφτει θύμα αυτού ακριβώς του ρατσισμού: έχοντας από τριακονταετίας δηλώσει πως απέχει από το σεξ, κάνει το κατά τους πάντα πρόθυμους επικριτές του το «λάθος» να συμπεριλάβει στο εν λόγω πόνημα κάμποσες ερωτικές σκηνές. Ωστόσο, οι σκηνές αυτές – παρότι δεν στερούνται ελαττωμάτων – δεν είναι το πραγματικό πρόβλημα του βιβλίου.
        Το “List of the Lost” (Penguin, 2015) αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας σκυταλοδρόμων (σπορ με το οποίο είχε ασχοληθεί και ο ίδιος ο συγγραφέας στην εφηβεία του), φοιτητών αμερικανικού  κολλεγίου, που τα έχουν όλα – αλλά όχι για πάντα. Οι πρώτες δέκα περίπου σελίδες κυλούν ανούσια, σε μια συνεχή προσπάθεια του Μόρισι να πει κάτι περισπούδαστο και βαθιά λυρικό, ενώ στην ουσία δεν λέει τίποτα για τους τέσσερις νεαρούς ούτε για τους ανθρώπους γύρω τους. Η ιστορία δεν ξεκινά παρά μετά την εμφάνιση της Eliza, της κοπέλας του πρωταγωνιστή Ezra, και απογειώνεται (όσο απογειώνεται) από το συμβάν στο δάσος και μετά. Καθ’ όλο αυτό το διάστημα, ο συγγραφέας φαίνεται διχασμένος ανάμεσα στην απόφασή του να αφηγηθεί την ιστορία και τη ροπή του αφενός προς την αμπελοφιλοσοφία και τη μεγαλοστομία και αφετέρου στα (συχνά αχρείαστα) ευφυολογήματα και λογοπαίγνια – κι όλα αυτά με έναν λόγο που είναι ανούσια μακροπερίοδος και βαρύς. Ο Μόρισι είναι υπερβολικά επικριτικός απέναντι στους χαρακτήρες του και προσπαθεί συνεχώς να καθοδηγήσει τους αναγνώστες του προς συγκεκριμένα συμπεράσματα – είτε σχετικά με την πλοκή είτε σχετικά με τον κόσμο γενικά.
        Η γνώση των αγγλικών που διαθέτει ο Μόρισι είναι γνωστή και αξιοθαύμαστη, όπως είναι και η ικανότητά του να τη χρησιμοποιεί και να παίζει μαζί της όπως αυτός θέλει, αλλά εδώ λειτουργεί σαν τροχοπέδη, όχι μόνο για το λόγο που αναφέρεται παραπάνω, αλλά και γιατί έχει επιλέξει να τοποθετήσει την ιστορία του στις ΗΠΑ. Οι ήρωές του μιλάνε με μια γλώσσα βρετανικότερη των βρετανών – ειδικά ο μονόλογος του αστέγου, της Ελίζαμπεθ Μπαρμπέλο και του κοσμήτορα Άϊζακ, αλλά και το ομαδικό παραλήρημα των τριών από τους τέσσερις σκυταλοδρόμους στο μπαρ, λίγο πριν το τέλος, δείχνουν βγαλμένοι από μυθιστόρημα της Τζορτζ Έλιοτ, με αυτήν την τέλεια, ποιητικότατη σύνταξη και την αψεγάδιαστη, περίτεχνη χρήση του λεξιλογίου.
         Τέλος, ο αναγνώστης διαβάζει κάτι παραπάνω από εκατό σελίδες χωρίς να μάθει ποτέ σε βάθος και σε ουσία τους χαρακτήρες του βιβλίου – πέρα από τον προπονητή της ομάδας, τον κύριο Ριμς – ενώ τα γεγονότα που εξιστορούνται, ειδικά μετά το συμβάν στο δάσος, συνδέονται μεν σε φιλοσοφικό επίπεδο αλλά όχι σε δραματουργικό. Ειδικά το κομμάτι που αφορά στην Ελίζαμπεθ Μπαρμπέλο και το γιο της μοιάζει βγαλμένο από το πουθενά.
          Βέβαια, επειδή έχουμε να κάνουμε με έναν μάστορα του λόγου – γραπτού και προφορικού – το βιβλίο δεν στερείται αρετών. Έτσι, η ανάλυση του υποβάθρου του Ριμς είναι υποδειγματική, κάποιοι διάλογοι μεταξύ του Ezra και της Eliza είναι γεμάτοι ενδιαφέρον, σπιρτάδα και ουσιαστική τρυφερότητα, ο τρόπος που εξιστορείται το συμβάν στο δάσος και ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας «μεταφέρει» τους ήρωές του από εκεί στο μπαρ είναι αποδεικτικά μεγάλης αφηγηματικής δεινότητας. Το γλυκόπικρο φινάλε είναι και αυτό συγκινητικό και καλοδουλεμένο. Η δε ευθύτητα με την οποία ο συγγραφέας αγγίζει κάποια θέματα που δεν έχουν να κάνουν με την πλοκή (αλλά προκύπτουν από αυτή), όπως το θέμα της βιαιότητας απέναντι στα ζώα ή της δικαιοσύνης που δείχνει φτιαγμένη ώστε να βοηθά τους πλουσίους ή της υποκρισίας των κατεχόντων εξουσία που ξεσπαθώνουν δημοσίως κατά της ομοφυλοφιλίας αλλά πίσω από κλειστές πόρτες ερωτοτροπούν με άτομα του ιδίου φύλου (επίκαιρο) ή οι περιπτώσεις πολιτικών όπως η Θάτσερ ή ο Ρίγκαν είναι αν μη τι άλλο αξιοθαύμαστη.
        Και, βέβαια, υπάρχουν και κάτι αποσπάσματα σαν αυτό, που, παρότι γράφτηκε για την Αμερική του 1970, βρίσκει τέλεια εφαρμογή στην Ελλάδα της κρίσης:

«Έχεις παρακολουθήσει ποτέ τις ειδήσεις στην τηλεόραση με όλη την προπαγάνδα της τακτικής του εκφοβισμού; Κάθε ρεπορτάζ έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να σε τρομάξει, να σε απωθήσει μέσω του φόβου, να σε κάνει να νοιώσεις μικρός, εν εγρηγόρσει αλλά αβοήθητος, και μετά – μπαμ! – ‘και τώρα έχουμε τα αθλητικά νέα’, λες και αυτό υποτίθεται πως θα αντισταθμίσει όλα τα σκατά που συμβαίνουν στον κόσμο».

(Σελ. 83. Η –πρόχειρη- μετάφραση δική μου)


Με το φόβο να φανώ συγκαταβατικός (όχι ότι θα το μάθαινε ποτέ ή ότι θα τον ένοιαζε) απέναντι σε έναν άνθρωπο που έχει αφήσει με το παραπάνω το στίγμα του όχι μόνο στις καρδιές, κατά το κοινώς λεγόμενο, εκατομμυρίων ακροατών ανά τον κόσμο αλλά και την ίδια την ιστορία της στιχουργικής, ολοκληρώνω αυτό το κείμενο λέγοντας πως, σε αντίθεση προς τα τραγούδια του αλλά και την εξαιρετικά καλογραμμένη (με εξαίρεση τις τριάντα περίπου τελευταίες σελίδες) αυτοβιογραφία του, το πρώτο μυθιστόρημα του Μόρισι είναι ένα βιβλίο στο οποίο οι αδυναμίες υπερτερούν των αρετών, αλλά το οποίο δείχνει πως ο συγγραφέας του μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα και στον τομέα της πεζογραφίας. 

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

"Τι ζητάς στην Καλλιθέα;"

Στην εποχή του downloading, των digital single και, γενικώς, της αποσπασματικής ακρόασης, είναι ασυνήθιστο να ετοιμάζεις μια σειρά από τραγούδια που είναι ηχογραφημένα με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελούν μια συνεχή, ενιαία ακουστική και ηχητική εμπειρία: αυτό ακριβώς κάνει ο Φοίβος Δεληβοριάς στο καινούριο του άλμπουμ.
      Η «Καλλιθέα», λοιπόν, είναι το πιο άλμπουμ-άλμπουμ αυτού του τόσο ιδιαίτερου και συμπαθούς καλλιτέχνη, σχεδιασμένο και εκτελεσμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να ακούγεται από την αρχή μέχρι το τέλος και όχι αποσπασματικά. Αυτό είναι από μόνο του ένα φιλόδοξο σχέδιο, ειδικά αν αναλογιστεί τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην –όποια- δισκογραφία και οι οποίες περιγράφονται παραπάνω.
    Αυτή η συνοχή όσον αφορά τις ενορχηστρώσεις, την παραγωγή, τον ήχο της «Καλλιθέας» αντανακλά και υποδεικνύεται από τη συνοχή όσον αφορά το στιχουργικό κομμάτι των 14 τραγουδιών που αποτελούν το δίσκο: την επιστροφή στην παλιά γειτονιά –όποια κι αν είναι αυτή-, τη νοσταλγία (ειδικά της παιδικής και της εφηβικής) ηλικίας, τον αναστοχασμό εν τέλει ενός ανθρώπου που πλησιάζει τη μέση ηλικία πάνω στην έως τώρα ζωή του. Είναι γνωστό πως ο Δεληβοριάς άρχισε να συνθέτει το δίσκο όταν επισκέφθηκε μετά από χρόνια το πατρικό του στην εν λόγω συνοικία – και κατέληξε να τον ηχογραφήσει εκεί.
         Αυτό που διαφέρει από τις προηγούμενες δουλειές του είναι η παραγωγή (του Χρήστου Λαϊνά, αλλοτινού κιθαρίστα των εξαιρετικών Ονειροπαγίδα), που περιλαμβάνει πολλά ηλεκτρονικά στοιχεία, πρωτότυπες ενορχηστρώσεις αλλά και πολλά field recordings από την περιοχή – αλλά όλα αυτά θα ήταν κενά νοήματος και ουσίας, αν στον πυρήνα του δίσκου, κάτω από όλα αυτά τα (καθόλα θεμιτά και ωραία εκτελεσμένα) ενορχηστρωτικά ευρήματα δεν υπήρχαν μερικά από τις καλύτερες συνθέσεις του Δεληβοριά: άλλοτε ξεσηκωτικά, άλλοτε μελωδικά, άλλοτε pop, άλλοτε πειραματικά, τα τραγούδια που αποτελούν τον εν λόγω δίσκο είναι μερικά από τα καλύτερα που έχει γράψει ποτέ ο δημιουργός τους και αναδεικνύουν την οξεία μουσική του ευφυΐα.
         Όλως περιέργως, αν σε κάτι χωλαίνει (σε κάποια σημεία) ο δίσκος, αυτό είναι το στιχουργικό κομμάτι: προσωπικά, δεν μπόρεσα να καταλάβω όλη αυτή την παράθεση πολιτισμικών αναφορών που συνθέτουν τον (εξαιρετικό από μουσικής άποψης) «Μπάσταρδο γιο», όπως επίσης δεν μπόρεσα να καταλάβω και την παρουσία, ανάμεσα σε όλα αυτά τα έξοχα τραγούδια, του «Περίπτερου», που δεν προσφέρει τίποτα ούτε μουσικά ούτε στο επίπεδο των στίχων - αν και η ενορχήστρωσή του είναι ευρηματικότατη. 

       Αλλά, πέραν αυτής της από μέρους μου αντίρρησης (που είναι ανοιχτή σε αμφισβήτηση), θα συμφωνήσω με έναν καλό φίλο που λέει πως η «Καλλιθέα» είναι – προς το παρόν; - το αριστούργημα του Φοίβου Δεληβοριά, το άλμπουμ που προσπαθούσε να κάνει όλα αυτά τα χρόνια. 

(Στις 19 Δεκέμβρη, ο Φοίβος Δεληβοριάς θα εμφανιστεί μαζί με μπάντες της τοπικής σκηνής σε αυτή τη συναυλία, τα έσοδα της οποίας θα χρησιμοποιηθούν για να ενισχύσουν συλλογικότητες που φιλοξενούν ή βοηθούν πρόσφυγες). 

Τρεις μέρες στην Πρέβεζα

Προβλέψιμη εισαγωγή: για κάθε άνθρωπο που ασχολείται με την νεοελληνική λογοτεχνία (και ειδικά για κάποιον που εξοκείλει προς τη μελαγχολία – τουλάχιστον στα γραπτά του) ένα μέρος σαν την Πρέβεζα ασκεί – από μακριά, προτού καν το επισκεφθεί- μια κάποια γοητεία – αναφέρομαι φυσικά στο πέρασμα του Κώστα Καρυωτάκη από εκεί, παρά την τραγική, ζοφερή κατάληξη της διαμονής του σπουδαίου ποιητή στην τόσο ιδιαίτερη αυτή πόλη της Ηπείρου.
        Ωστόσο, φτάνοντας εκεί ανακαλύπτεις πως η σχέση του Καρυωτάκη με την πόλη είναι μόνο ένα από τα πλείστα όσα πράγματα παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Περιδιαβαίνοντας τους δρόμους και τα τοπία της, ανακαλύπτεις κι άλλα πολλά στοιχεία, ιστορίες, λεπτομέρειες που γεννούν μέσα σου το θαυμασμό και την περιέργεια, τη θέληση να μάθεις ακόμα περισσότερα.
         Στο ταξίδι μου στην Πρέβεζα, μαζί με την Α., είχα την τύχη να έχω για οικοδεσπότη και ξεναγό έναν άνθρωπο γεμάτο γνώσεις για την ιστορία της (αλλά και για την ιστορία γενικώς – καθότι απόφοιτος του αντίστοιχου τμήματος της Φιλοσοφικής Αθηνών), έναν άνθρωπο που είχε κάτι ενδιαφέρον να πει για κάθε δρομάκι, κάθε κάστρο, κάθε κτήριο που ξύπναγε το ενδιαφέρον το δικό μου και της συνταξιδεύτριάς μου: το πανέμορφο, επιβλητικό ρολόϊ της Μητρόπολης, με τον ιδιαίτερο σχεδιασμό του, τα περίτεχνα ανάγλυφα στον τοίχο λίγο πιο κάτω και τον πανέμορφο πεζόδρομο που απλωνόταν μπροστά του· το εγκαταλελειμμένο, αλλά ακόμα και τώρα μοντέρνο (βλ. πιστό στις τάσεις της σχεδιαστικής πρωτοπορίας του 20ου αιώνα) αναψυκτήριο δίπλα στην παραλία· τη γεμάτη ιστιοπλοϊκά μαρίνα· τις παλιές κατοικίες των ετεροδημοτών αξιωματικών ακριβώς απέναντι από το προαναφερθέν αναψυκτήριο, επίσης εγκαταλελειμμένες αλλά επίσης ντιζαϊνάτες, πολύχρωμες και «τραβηχτικές»· το κομψό, λιτό, φιλικό στον επισκέπτη μουσείο της Νικόπολης, στον δρόμο προς τα Γιάννενα· το ιδιότυπο, αυτοσχέδιο εκκλησάκι στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας· το μεζεδοπωλείο που έπαιζε Michael Kiwanuka και Van Morrison· την πνιγμένη σε βιβλία δημοτική βιβλιοθήκη που φιλοξενείται σε ένα φρεσκοβαμμένο, σε χρώμα κίτρινο, νεοκλασσικό· την πιτσαρία που φιλοξενεί βραδιές ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού· το εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο όπου την επόμενη εβδομάδα θα γινόταν ένα μαζικό πάρτυ.
        Το σε σχήμα "Γ" σοκάκι του Σαϊτάν Παζάρ – που ο οικοδεσπότης μας λέει πως πήρε το όνομά του από τα κακόφημα μαγαζιά που ευδοκιμούσαν εκεί σε παλιότερες εποχές, αν και μια άλλη άποψη, μάλλον αβάσιμη, θέλει την ονομασία αυτή (το παζάρι του Σατανά) να προέρχεται από την κατάρα που του είχε ρίξει ένας τούρκος αξιωματούχος που είχε πέσει θύμα φάρσας/σαμποτάζ – είναι από τα πιο γραφικά σε ολόκληρη την Ελλάδα, με τα πέτρινα σπίτια δεξιά κι αριστερά του, τον ίσκιο από τις φυλλωσιές των δέντρων που απλώνονται από πάνω του, τη γλυκύτητα και την πραότητα των ανθρώπων που «αράζουν» εκεί, μπροστά από τα σπίτια και τα μαγαζιά τους, το εκπληκτικό κουρείο του κυρίου Τιμολέοντα, που – συγγνώμη για το κλισέ – μοιάζει βγαλμένο από άλλη εποχή – αλλά όχι με τρόπο συνηθισμένο, προβλέψιμο ή που να μαρτυρά επιτήδευση -, το καφενείο απέναντι, με την ξύλινη πρόσοψη, που έχει τη φήμη «αφτεράδικου» (αυτό το τελευταίο δεν μπορέσαμε να το επιβεβαιώσουμε ιδίοις όμμασι) και, βέβαια, την αόριστα παρούσα αύρα του ποιητή που πέρασε μόλις 32 μέρες εκεί, στη γωνία του σοκακίου, αλλά συνέδεσε το όνομά του με την πόλη γενικά, όχι μόνο λόγω της γεμάτης πικρία πράξης της αυτοχειρίας του, αλλά και των στίχων που έγραψε όσο έζησε εκεί. Και μετά, βγαίνοντας στον κεντρικό πεζόδρομο της αγοράς (με το προαναφερθέν ρολόι, αλλά και κάμποσα ζαχαροπλαστεία – είδος εν αφθονία στην Πρέβεζα), ενθουσιάζεσαι με τη ζεστή και μπολιασμένη με ιστορία αιώνων ατμόσφαιρα που κουβαλά αυτό το μέρος. (Ήταν ευτύχημα πως και οι τρεις μέρες που μείναμε εκεί, παρότι τέλη Νοέμβρη, ήταν λουσμένες σ’ ένα ασυνήθιστο για την εποχή φως – βέβαια, ας μην ξεχνάμε την κλιματική αλλαγή, που τα έχει φέρει όλα ανάποδα).
     Την τρίτη μέρα μας εκεί, περπατήσαμε στο κομμάτι της παραλίας που απλώνεται πέρα από το μνημείο του Ναυτικού. Εκεί ανοίγεται ένας δρόμος με σειρές από πανύψηλους ευκαλύπτους στις δύο πλευρές του. Η όλη περιοχή είναι εν πολλοίς ερημική, κι αυτό κάνει το περπάτημα κατά μήκους του δρόμου, ακόμα πιο ατμοσφαιρικό, σαν να νοιώθεις πως βρέθηκες ξαφνικά στο σκηνικό μιας παράξενης ταινίας, μελαγχολικής και ονειρικής, αλλά που σου προκαλεί μια αόριστη αίσθηση μυστηρίου, μια απόκοσμη συγκίνηση. Πάνω από τον παραλιακό δρόμο, δεσπόζει το εγκαταλελειμμένο πια κάστρο του Γενί Καλέ – ο ανηφορικός πεζόδρομος που οδηγεί στην πίσω είσοδο, με τα ψηλά τείχη του κάστρου στη μία πλευρά και, στην άλλη, το στερεμένο ρυάκι με την πυκνή βλάστηση γύρω του, είναι κι αυτό σαν να φωνάζει «χρησιμοποιήστε με σε μια κινηματογραφική ταινία!» (Λίγο πιο κάτω, ένα βανάκι κόντεψε να μας πατήσει - ένα από τα αρνητικά που πρόλαβα να παρατηρήσω αυτές τις τρεις μέρες ήταν η υπερβολική ταχύτητα με την οποία οδηγούν οι Πρεβεζάνοι, ακόμα και σε δρομάκια κατοικημένων περιοχών, γεγονός που γίνεται ακόμα πιο αρνητικό αν αναλογιστεί κανείς τη μακρά παράδοση που έχει η πόλη στη χρήση ποδηλάτων). 
        Θα μπορούσα να συνεχίσω σχεδόν επ’ αόριστον τις περιγραφές τοπίων, δρόμων, κτηρίων. Αλλά πιστεύω πως η ανθρωπογεωγραφία της πόλης – της κάθε πόλης – είναι εξίσου σημαντική. Συνάντησα στην Πρέβεζα μερικές πολύ ξεχωριστές, πολύ ενδιαφέρουσες περιπτώσεις ανθρώπων: τη δικαστικό που σύχναζε στα πάρτυ της ομάδας P.U.R.E. και στο Decadence, τον καιρό που ήταν φοιτήτρια στην Αθήνα· τον ράπερ που δουλεύει δύο δουλειές για να μπορεί να ηχογραφεί τις κασέτες με τα τραγούδια του και παράλληλα σπουδάζει κομμωτής· την πολυπράγμονα αρχαιολόγο που αγαπά τη φωτογραφία· τον μοναδικό χίψτερ της Πρέβεζας, που δουλεύει σε μια δημόσια υπηρεσία και στον ελεύθερο χρόνο του παίζει μπάσο σε μια τοπική μπάντα· τον ένστολο που έχει αποφασίσει αυτόκλητα να ψηφιοποιήσει όσα περισσότερα ντέμο τοπικών συγκροτημάτων μπορεί να βρει (όχι για λόγους φακελώματος, αλλά από αγνή αγάπη για τη μουσική)· τον επαγγελματία οδηγό που – όπως ο αδερφός μου, τον οποίο θα επισκεπτόμασταν μερικές μέρες αργότερα στην Πάτρα – αρνείται να έχει στην κατοχή του κινητό και ο οποίος ακούει, μεταξύ άλλων γιαπωνέζικο post-hardcore· τον συνειδητά και ηθελημένα καλτ σκηνοθέτη ταινιών μικρού μήκους με το σπινθηροβόλο βλέμμα που είχε κάποτε αποσπάσει εγκωμιαστικά σχόλια από τον Jim Jarmusch· τον υδραυλικό που σχεδιάζει πολύ καλύτερα από αρκετούς επαγγελματίες ζωγράφους που έχω υπόψιν μου, και κάμποσους ακόμη.

          Μα, πάνω απ’ όλα, τον οικοδεσπότη μας, ιστορικό, ραδιοφωνικό παραγωγό, ανήσυχο μουσικό, συλλέκτη βινυλίων, DJ, κινητή εγκυκλοπαίδεια, και, βασικά, πολύ καλό, ευαίσθητο και ευφυή άνθρωπο: τον Κ.Μ. – τον ευχαριστώ βαθιά για το ότι μπόρεσα να κάνω αυτό το σύντομο έστω ταξίδι, όπως ευχαριστώ και την οικογένειά του συνολικά για τη φιλοξενία τους. Εις το επανειδείν!

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Ruins...

Με αφορμή τη σημερινή μέρα, ας θυμηθούμε αυτή την ιστορία - μια ιστορία ποινικοποίησης του HIV και δίωξης και διαπόμπευσης 31 γυναικών, καθώς και των κοντινών τους προσώπων. Εκτός από τις συλλήψεις, τους αναγκαστικούς ελέγχους, τις προφυλακίσεις και τους λιβέλους των ΜΜΕ, η όλη ιστορία οδήγησε και στην απώλεια μιας ζωής - μία από αυτές τις γυναίκες οδηγήθηκε τελικά στην αυτοκτονία εξαιτίας των επιθέσεων που δεχόταν, και, μάλιστα, λίγο καιρό αφότου ο πατέρας της είχε επιχειρήσει να δώσει κι αυτός τέλος στη ζωή του, για τον ίδιο ακριβώς λόγο.
Όπως σημειώνει η δημιουργός του φιλμ: "η υπόθεση των διαπομπευμένων οροθετικών γυναικών αντικατοπτρίζει όλα όσα έχουν πάει στραβά στη χώρα μας τα χρόνια της κρίσης: τον αυξανόμενο συλλογικό μας πανικό, την ανικανότητα των θεσμών, τη δουλικότητα των ΜΜΕ απέναντι στην υποτιθέμενη ιερότητα της εξουσίας, το φαρισαϊσμό των πολιτικών μας και την άνοδο του αστυνομικού κράτους."
Όσο για τους εμπνευστές και τους εκτελεστές αυτού του κυνηγιού μαγισσών, αυτοί σφυρίζουν ανέμελοι, καθώς είναι πολύ πιθανό να μείνουν ατιμώρητοι.