Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

It was 39 years ago today...

Σαν σήμερα, πριν από 39 χρόνια, η δισκογραφική Polydor ανακοίνωνε την έναρξη της συνεργασίας της με ένα νεανικό συγκρότημα από το Surrey, το προάστειο έξω από το Λονδίνο. Επρόκειτο για τους The Jam, το συγκρότημα των Paul Weller (κιθάρα-φωνή), Bruce Foxton (μπάσο-φωνή), Rick Buckler (τύμπανα). Στα πέντε επόμενα χρόνια της κοινής τους πορείας (μέχρι την ξαφνική διάλυση του συγκροτήματος από τον frontman του και βασικό του συνθέτη-στιχουργό, Paul Weller), οι The Jam υπήρξαν ένα από τα πιο σημαντικά και εμπορικά επιτυχημένα συγκροτήματα της γενιάς τους, με αξιοθαύμαστα ακέραιη πολιτική στάση και πρωτοφανές "δέσιμο" με τους οπαδούς τους. Όπως έχω ξαναγράψει, Οι The Jam ήταν, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η κατεξοχήν νεανική μπάντα, όχι μόνο επειδή οι ίδιοι βρίσκονταν στην πρώιμη νεότητά τους κατά την περίοδο της κοινής τους δραστηριοποίησης ούτε επειδή πολλοί από εμάς τους ανακαλύψαμε σε μια παρόμοια ηλικία, αλλά επειδή και με τους τόσο περίτεχνους στίχους του Γουέλερ, και με τη μελωδικότητα (μια λέξη που ακούγεται πολλάκις στο εν λόγω ντοκυμαντέρ) των συνθέσεων και με τον τόσο χαρακτηριστικό ήχο τους, τις νευρώδεις κιθάρες του αρχηγού τους, το πάντα ανήσυχο (συναισθηματικά και μουσικά) του Μπρους Φόξτον και το συναρπαστικό παίξιμο στα ντραμς του Ρικ Μπάκλερ, οι The Jam απέδωσαν καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη μπάντα είχε προηγηθεί και οποιαδήποτε ακολούθησε όλο αυτό το νεύρο (και τα νεύρα), το θυμό, την απελπισία, αλλά και τη δυναμικότητα, την ευαισθησία, τη ζωντάνια, την ονειροπόληση, τη μαχητικότητα που βιώνει κανείς ειδικά στη δεύτερη και την τρίτη δεκαετία της ζωής του.




Τέτοιες και άλλες μουσικές ιστορίες αύριο στη Ράμπλα, Ακαδημίας 74. Περισσότερες πληροφορίες, εδώ

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Μια μάλλον γνώριμη ιστορία - για το "Vinyl"

Μαθαίνεις πότε-πότε για την επικείμενη έλευση κάποιων πραγμάτων –δίσκων, ταινιών, βιβλίων κ.ό.κ.- κι αμέσως τα ξεχωρίζεις, χτίζοντας – συνειδητά ή ασυνείδητα – μες στη σκέψη σου έναν ολόκληρο πύργο από προσδοκίες – πύργο που συνήθως καταρρέει τελικά, άμα τη αφίξει αυτού του καλλιτεχνικού προϊόντος, διότι το έχεις αναγάγει εκ των προτέρων σε κάτι ανώτερο από αυτό που όντως είναι.
      Ωστόσο, τι άλλο από υψηλές προσδοκίες μπορείς να καλλιεργήσεις αν είσαι μουσικόφιλος και πληροφορείσαι πως ετοιμάζεται σειρά με θέμα ένα στέλεχος δισκογραφικής κατά την (τόσο επιδραστική, επεισοδιακή, επικίνδυνη) δεκαετία του 1970, και, μάλιστα, με τη συμβολή των Μάρτιν Σκορσέζε και Μικ Τζάγκερ;  
        Και τελικά, περίπου ενάμιση χρόνο μετά την ανακοίνωση πως οι δύο προαναφερθέντες μαζί με τον Τέρενς Γουίντερ ετοίμαζαν τηλεοπτική σειρά με θέμα τη μουσική βιομηχανία στα ‘70’s, προχτές το βράδυ (ώρα ΗΠΑ), το Vinyl έκανε επιτέλους την πρεμιέρα του στο HBO. Και ναι, είναι όσο δεν πάει καλογυρισμένο – τι άλλο θα μπορούσε να είναι δεδομένου του ότι ο Σκορσέζε έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία του πρώτου, σχεδόν δίωρου επεισοδίου;· ναι, οι ηθοποιοί τα δίνουν όλα – ο πρωταγωνιστής Bobby Cannavale αφήνει κιόλας το στίγμα του στο «τηλεοπτικό τοπίο»· ναι, η πρώτη μπάντα που εμφανίζεται στη σειρά είναι οι New York Dolls· ναι, ακούς κάποια στιγμή τη φωνή του Steve Marriott να τραγουδά (πράγμα μάλλον σπάνιο για αμερικανική σειρά)· ναι, έχει γυρίσματα στο εσωτερικό του Brill Building (ή σε κάτι που μοιάζει με αυτό)· ναι, η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι άψογη· ναι, δίνει χώρο σε κάμποσα νέα ταλέντα (μεταξύ των οποίων και το γιο του Μικ Τζάγκερ).
        Ωστόσο, όσο ωραία κι αν είναι όλα αυτά, όσο κι αν έχουν γίνει με βαθιά γνώση του θέματος και με εξαιρετικό επαγγελματισμό, στον πυρήνα του σεναρίου δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά η ίδια, χιλιοειπωμένη (ειδικά από τον ίδιο τον Σκορσέζε), τετριμμένη εν τέλει ιστορία της ανόδου και της πτώσης, του άντρα που κατέχει θέση ισχύος αλλά μπαίνει σιγά-σιγά στην κρίση μέσης ηλικίας, του εθισμού στην κόκα και το σεξ, των διαλυμένων σχέσεων, της απομόνωσης, του υπερβολικού πάθους για τη μπίζνα (όποια κι αν είναι αυτή), των εξωφρενικών (παρότι αριστοτεχνικά δοσμένων) σκηνών κραιπάλης και βίας και ούτω καθεξής. Κι ενώ ακόμα και ο «Λύκος της Γουώλ Στριτ» ήταν μια απολαυστική ιστορία, εδώ πολύ απλά αυτό το στοιχείο του entertainment είναι σχεδόν παντελώς απόν. Δεν υπάρχει ένταση, δεν υπάρχει χιούμορ, δεν υπάρχει "ζουμί". Λες και δεν υπάρχουν άλλες ιστορίες να ειπωθούν, λες και δεν υπάρχουν άλλοι τύποι ανθρώπων που αξίζουν της προσοχής και του ενδιαφέροντός μας. 
     Περαιτέρω, υπάρχει σε αυτή τη σειρά (όπως και στους Σοπράνος, ένα σίριαλ που κατά τα άλλα εγώ θεωρώ τεχνικά και καλλιτεχνικά αξεπέραστο, αλλά και αλλού), κάτι που μου φαίνεται μάλλον επικίνδυνο, σε καθαρά πολιτικό και ηθικό επίπεδο: η προσπάθεια να βγει λάδι μια περσόνα σαν τον Richard Finestra/Bobby Cannavale - ένας άνθρωπος περιστασιακά βίαιος, ένας άνθρωπος που παραδέχεται στους ακροατές/θεατές του πως κάνει το παν προκειμένου οι μουσικοί της εταιρείας του να μη βγάζουν παρά ελάχιστα χρήματα, και το κέρδος να συγκεντρώνεται στον ίδιο και τους συνεργάτες του κτλ. -, μια προσπάθεια να του αποδοθεί το ακαταλόγιστο, και, μάλιστα, ούτε καν με τη δικαιολογία πως είναι κατά βάθος καλόψυχος, αλλά μονάχα βάσει του ότι είναι, πολύ απλά, ο πρωταγωνιστής.   
     Υπάρχουν ακόμα κάμποσες ανακρίβειες, κάμποσα κλασσικά τραγούδια εκ νέου ηχογραφημένα για τις ανάγκες συγκεκριμένων σκηνών, κάμποσες καρικατούρες υπαρκτών ροκ σταρ (ο Ρόμπερτ Πλαντ της σειράς είναι απερίγραπτα κακός στο ρόλο του), κάμποσες υπερβολές και επαναλήψεις όσον αφορά τις καταχρήσεις και τις κραιπάλες κ.ό.κ. – αλλά αυτά είναι δευτερεύοντα ούτως ή άλλως. Αν η ιστορία ήταν ουσιαστικά ενδιαφέρουσα, τέτοιες λεπτομέρειες θα περνούσαν λίγο-πολύ απαρατήρητες.
    Από την άλλη, ξαναδιαβάζω όσα γράφω παραπάνω και συνειδητοποιώ πως ίσως βιάζομαι λίγο. Η τηλεόραση, ειδικά με τον τρόπο που γράφεται (και «αναπτύσσεται») στις ΗΠΑ, αφήνει χώρο στους σεναριογράφους, τους χαρακτήρες και εν τέλει τους θεατές να αλλάξουν την οπτική τους, και αυτό ακόμα το κέντρο του ενδιαφέροντός τους και στις ιστορίες να παρεκκλίνουν συχνά προς κάπου που κανείς μας δεν είχε στην αρχή φανταστεί. Οψόμεθα…  

(Τέτοιες και άλλες μουσικές ιστορίες κάθε Τρίτη στις οκτώ, εδώ )

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Ελεγείες των Εξαρχείων - για την περίπτωση του Χρήστου Δ. Τσατσαρώνη

Πηγαίνουμε συχνά με την Α. σε μια καφετέρια στο κέντρο, καφετέρια στην οποία, μεταξύ άλλων, ετοιμάζουμε - με πολύ αργούς ρυθμούς, από δική μου υπαιτιότητα – ένα ας-πούμε-πρότζεκτ (περισσότερα επ’ αυτού σε μελλοντικό ποστ). Εκεί, στην πρόχειρη βιβλιοθήκη που έχουν στήσει οι μαγαζάτορες, βρήκα αφημένο ένα βιβλιαράκι περίπου σαν αυτό που έχω βάλει μπρος κι εγώ: έναν μικρό τόμο με ποιήματα, με χάρτινο εξώφυλλο, αυτοέκδοση κάποιου κυρίου με το όνομα Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης.
    Δεν είναι πρωτότυπο για έλληνες ποιητές να «σκαρώνουν» τέτοια τομίδια (αν δεν κάνω λάθος, ήταν μια πρακτική προσφιλής ακόμα και στον Καβάφη ή τον Νίκο Παναγιωτόπουλο). Ειδικά στις μέρες μας, μέσα σε όλη αυτή την οικονομική δυσπραγία από τη μία και από την άλλη τον συνεχιζόμενο σνομπισμό κάποιων εκδοτικών απέναντι και σε ό,τι δεν ακολουθεί την (ποιητική ή όποια άλλη) νόρμα και σε «πένες» που δεν αντιστοιχούν σε κάποιο «καθιερωμένο» όνομα, δεν είναι καθόλου παράξενο για έναν άνθρωπο που καταπιάνεται με το γράψιμο να ακολουθεί αυτή την οδό. Και ίσως, εκτός αυτών, να υπάρχει και η ακόλουθη, πολύ απλή εξήγηση: να μη θες καν να μπεις στο όλο εκδοτικό «πανηγυράκι» με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
       Από τη μία σε βάζουν σε σκέψη τα παραπάνω, από την άλλη λες «ευτυχώς που υπάρχουν (έστω) και οι αυτοεκδόσεις», γιατί έτσι πετυχαίνεις στο διάβα σου κάποιες λογοτεχνικές φωνές που σε καμία άλλη περίπτωση δεν θα σου γίνονταν γνωστές και οι οποίες είναι πραγματικά άξιες προσοχής. Δεν υπονοώ πως όλοι όσοι κάνουν αυτοεκδόσεις είναι αδικημένες μεγαλοφυΐες ούτε πως όλοι όσοι εκδίδουν δια της καθιερωμένης οδού είναι ανάξιοι και υπερτιμημένοι, ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις από τους μεν που, κατά το κοινώς λεγόμενο, έχουν όντως κάτι να πουν, και σε επίπεδο φόρμας και σε επίπεδο περιεχομένου (και περιπτώσεις από τους δε που, ε, δεν…).
       Ο Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης, λοιπόν· γεννημένος το 1968, όπως αναφέρει ο ίδιος στο σύντομο βιογραφικό αυτής της αυτοέκδοσης, «ισόβιος» κάτοικος των Εξαρχείων (συνοικίας που παίζει αρκετά βαρύνοντα ρόλο στο εν λόγω πόνημα), παρουσιάζει την επαγγελματική και καλλιτεχνική του δραστηριότητα με ένα μόνιμο πνεύμα αυτοσαρκασμού: κι όμως, οι δημοσιεύσεις του είναι πολλές – χωρίς να αφορούν μόνο τη λογοτεχνία-, σε μεγάλες εφημερίδες, στο ενδιαφέρον περιοδικό «Φαρφουλάς» και αλλού, όπως πολλά φαίνονται να είναι και τα επιστημονικά ενδιαφέροντά του.
     Στο δια ταύτα, το πρώτο πράγμα που διακρίνεις στα ανά χείρας ποιήματα είναι μια σχεδόν διαρκής κατήφεια και θλίψη, η οποία, ωστόσο, δεν παίρνει πάντα στα σοβαρά τον εαυτό της. Κάποια ποιήματα (π.χ. Rigor Mortis, 120 κιλά, Θλιβεία, Ο Δόκτωρ Χάνεται κ.ά.) δεν δείχνουν να καταλήγουν πουθενά. Είναι γραμμικά και επίπεδα μέσα στη μαυρίλα τους. Δεν έχουν κάποια κορύφωση, κάποιο φινάλε, κάποια ανατροπή, κάποιο punchline, κάποιο επιμύθιο. Αυτοαναλώνονται στη σκοτεινότητά τους. Αν έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα ή αν κρύβουν στον πυρήνα τους κάποιο αστείο, εγώ προσωπικά δεν είμαι σε θέση να το πιάσω.
      Ωστόσο, προχωρώντας πέρα από αυτό το στοιχείο, ανακαλύπτεις κείμενα που και χιούμορ έχουν, και ενδιαφέρουσα εικονοπλασία και συμβολισμούς, και ανατροπές και ένα ελαφρύ πολιτικό στοιχείο. 
     Ξεχώρισα, μεταξύ άλλων, το «Σ’ αυτή τη γιορτή», το οποίο έχει μεν μια προφανή ίσως κατάληξη, αλλά η κατάληξη αυτή γίνεται με πολύ ενδιαφέροντα τεχνικά τρόπο – ο οποίος έχει να κάνει με την ομοιοκαταληξία του τελευταίου διστίχου. Ξεχώρισα επίσης το ποίημα «Ο Σπόγγος», το οποίο είναι μια αλληγορία για τους ανθρώπους τους οποίους οι γύρω τους επιφορτίζουν με το ρόλο του τέρατος, έστω κι αν δεν διαθέτουν στην πραγματικότητα οτιδήποτε το τερατώδες, αλλά θα μπορούσε επίσης να λειτουργήσει σαν μια αλληγορία για τον συγγραφέα ή ακόμα και για τον ψυχοθεραπευτή, δύο τύπους ανθρώπων που επίσης σφουγγίζουν τη δυστυχία (ή την ευτυχία) των γύρω τους και τη μετουσιώνουν (ή, έστω, προσπαθούν) σε κάτι άλλο. Τεχνικά, το ποίημα «Το άδειο κατάστημα» ακολουθεί μεν την οδό της κατήφειας που περιγράφηκε παραπάνω, ωστόσο, ακριβώς επειδή ο Χ.Δ.Τ. αφήνει ανολοκλήρωτη την τελευταία φράση, όχι μόνο αποφεύγει να επαναληφθεί αλλά δίνει και το ελεύθερο στον αναγνώστη να φανταστεί ό,τι ο ίδιος επιθυμεί σχετικά με αυτόν τον λειψό παραλληλισμό. «Τα γυαλιτάκια» και «Οι φακές» χρησιμοποιούν τα σύμβολά τους με πολύ ωραίο τρόπο και θα μπορούσαν και τα δύο να γίνουν λαϊκά ή ρεμπέτικα τραγούδια (κι αυτό, εν προκειμένω, είναι κάτι σαφώς θετικό). Το «Χάσμα γενεών» είναι ένα πολύπλευρα πολιτικό ποίημα, ενώ η «Χημειοθεραπεία» είναι αφοπλιστικά απλή και αφοπλιστικά ειλικρινής. Το «Χώνεται» είναι στημένο πάνω σε μια εξαιρετική (όσο και εφιαλτική) παρομοίωση, ενώ το τελευταίο ποίημα, τα «Ψωμιά» είναι γεμάτο από εξαιρετικά δοσμένες εικόνες της σύγχρονης Αθήνας.
     Γενικά, έχουμε να κάνουμε με έναν ευφυή άνθρωπο, ευαίσθητο και εξαιρετικά παρατηρητικό, με οξεία λεξιπλαστική ικανότητα και χιούμορ, ο οποίος αξίζει πολύ περισσότερη προσοχή από αυτή που λαμβάνει. Γενικά, υπάρχει στη λογοτεχνική σκηνή αυτής εδώ της χώρας, ένα παράλληλο ποιητικό ποτάμι, που είναι κατά καιρούς και κατά περιπτώσεις πολύ πιο ενδιαφέρον και πολύ πιο ευρηματικό από το mainstream (pun intended),  που πλασάρεται ως σπουδαίο.


            

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Το Χαμένο Ακόρντο - με αφορμή την επέτειο γέννησης του Τζέιμς Τζόυς (2 Φλεβάρη)

Πριν τέσσερις μέρες συμπληρώθηκαν 134 έτη από τη γέννηση του μεγαλοφυούς Τζέιμς Τζόυς, ενός ανθρώπου που είχε πέσει θύμα κι αυτός του (πάντα ζωντανού, στα μέρη μας) φαινομένου της λογοκρισίας, αλλά έχει τώρα πια φτάσει να αναγνωρίζεται ως ο σπουδαιότερος Ιρλανδός πεζογράφος και ένας από τους σημαντικότερους παγκοσμίως. 

Η πολυπλοκότητα της σκέψης και του ταλέντου του Τζόυς φαίνεται όχι μόνο από τα γραπτά του αλλά και από την ικανότητά του ως μουσικού, καθώς και από το ότι χρησιμοποίησε τεχνικές μουσικής σύνθεσης στην ίδια τη διαδικασία διαμόρφωσης των κειμένων του. Και, βέβαια, η μουσική δεν θα μπορούσε παρά να έχει κι αυτή το ρόλο της στην πεζογραφία του - πάρτε για παράδειγμα το διήγημά του "Οι Νεκροί" (από τη συλλογή "Οι Δουβλινέζοι") ή τον περίφημο "Οδυσσέα" του. 

Ένα από τα τραγούδια που "ακούγονται" σε αυτό το μνημειώδες μυθιστόρημα είναι το "The Lost Chord", το μελοποιημένο από τον Άρθουρ Σάλλιβαν (για όσους δεν τον έχουν υπόψιν τους, μια πρώτη γνωριμία μαζί του θα μπορούσε να γίνει εδώ) ποίημα της Άντελεϊντ Αν Πρόκτερ. Η Πρόκτερ, φιλάνθρωπος, φεμινίστρια, αλλά και αγαπημένη ποιήτρια της βασίλισσας Βικτώριας, μάλλον άγνωστη στην Ελλάδα, έγραψε το ποίημα αυτό στα 1858.

Η ιστορία αφορά ένα (άγνωστο) ακόρντο το οποίο παίζει τυχαία στο αρμόνιο η αφηγήτρια, κατά τη διάρκεια μιας δυσάρεστης για εκείνη μέρας, χωρίς να βλέπει ποια πλήκτρα πατάνε τα δάχτυλά της. Το ακόρντο αυτό ακούγεται τέλειο, δείχνει να ταυτίζεται με (ή, τουλάχιστον, να αποκαλύπτει) το ίδιο το νόημα της ζωής, αλλά χάνεται, προτού καν η αφηγήτρια να καταλάβει ποιο είναι, ποιες νότες το αποτελούν. Έκτοτε το αναζητά σε όλη της τη ζωή, σίγουρη πως δεν θα το ξανακούσει, παρά μόνον, ίσως, στο υπερπέραν. 

Το ποίημα έχει σαφώς θεολογικές/μεταφυσικές αναφορές, αλλά θα μπορούσε επίσης να ερμηνευτεί ως ένα σχόλιο πάνω στο φευγαλέο χαρακτήρα της ευτυχίας ή του ταλέντου ή του έρωτα (ή όλων των παραπάνω μαζί) ή απλά σαν μια αλληγορία για όλες τις χαμένες ευκαιρίες (ή δημιουργικές ιδέες) που περνάνε μπροστά μας κι εμείς δεν μπαίνουμε στον κόπο να τις εκμεταλλευτούμε, ζώντας έκτοτε με το πικρό ερώτημα "Τι θα είχε γίνει αν...;". 

Παρακάτω, επιχειρώ μια αρκετά ελεύθερη μετάφραση του εν λόγω ποιήματος:

"Καθισμένη μία μέρα στο αρμόνιο, κουρασμένη και με διάθεση πικράν
Τα δάχτυλά μου ροβολούσαν άνευρα πάνω από τα πλήκτρα τα οχληρά
Δεν ήξερα τι έπαιζα, σε ποια χώρα ήμουν καν ονειρικήν,
Μα κάπως σήμανα ένα ακόρντο, ίδιο ο ήχος του Μεγάλου Αμήν

Πλημμύρισε το άλικο λυκόφως, σαν το φινάλε κάποιου ουράνιου ψαλμού
Και άγγιξε το εμπύρετό μου πνεύμα με ένα χάδι γαληνέματος βαθιού   
Ημέρεψε τον πόνο και τη θλίψη, σαν την αγάπη που διαπάλες ξεπερνά  
Και θύμιζε ηχώ που εναρμονίζει όλου του βίου μας τη διάφωνη στριγκλιά 

Συνέδεσε έννοιες μπερδεμένες σε μιαν ειρήνη που ‘ν’ απόλυτα στρωτή
Και τρέμοντας εσιώπησε για πάντα σαν να εδίσταζε να παύσει, να χαθεί
Το έψαξα, το ψάχνω ακόμα εις μάτην, αυτό το ένα το ακόρντο το θεϊκό
Που ήρθε από το είναι του αρμονίου και μπήκε στο δικό μου το τρωτό

Ίσως μονάχα ο λαμπρός ο Άγγελος Θανάτου ξανά το ακόρντο αυτό να κάνει ν’ ακουστεί
Και μόνο στον Παράδεισο να ξανακούσω εκείνο το ένα, το Μεγάλο Αμήν."

Το ποίημα το μελοποίησε σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα ο συνθέτης Άρθουρ Σάλλιβαν, με αφορμή το θάνατο του αδερφού του. Ορίστε και η πρώτη ηχογράφηση της σύνθεσης, από τον ίδιο το μουσουργό: 


Πέρα από τις σαφείς αναφορές στο ποίημα και το τραγούδι στην αγγλόφωνη λογοτεχνία και μαζική κουλτούρα (π.χ. ο κωμικός και μουσικός Τζίμι Ντουράντε είχε γράψει ένα τραγούδι-απάντηση, με τίτλο "I'm The Guy Who Found The Lost Chord"), είναι ενδιαφέρον να σκεφτεί κανείς πως ένα παρόμοιο θέμα αγγίζει (ακροθιγώς) και ο Leonard Cohen στο διάσημο τραγούδι του "Hallelujah" ("I heard there was a secret chord/ that David played and it pleased the lord"), αλλά και παλιότερα, οι The Who, στο "Pure and Easy", ένα από τα τραγούδια που είχαν γραφτεί για την ροκ όπερα Lifehouse, η οποία ποτέ δεν ολοκληρώθηκε ("Τhere once was a note/ pure and easy/ playing so free/ like a breath, rippling by/The note is eternal/ I hear it, it sees me/forever we blend/and forever we die"): τη σύνδεση ενός μουσικού στοιχείου με το σύμπαν ή το νόημα της ζωής. Παραμένοντας στην popular μουσική, παρακάτω έχουμε τη μελοποίηση ενός ποιήματος του ίδιου του Τζόυς από τον Σιντ Μπάρετ:



Περισσότερος Τζόυς και μουσική εδώ

Τέτοιες και άλλες ιστορίες κάθε Τρίτη στις οκτώ, εδώ